Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΨΩ Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΠΛΗΓΩΝΕΙ


Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του κενταύρου γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχθεί στο κορμί μου καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βούλιαξαν ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες  μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένη του Μενελάου»· χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε που βρίσκονται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Ο ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Ομομοίας» «Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά και είναι ευχαριστημένος «βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό»
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει, δεν ξέρουμε τίποτε, δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς, δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια· πολεμάμε εκείνους που την νιώθουν.
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά· αγοράζουν κουφέτα για να πανδρευτούνε, κρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζονται ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώσει τις ρυτίδες που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει κι αν «ορωμεν ανθουν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς» είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
 Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άστρα και στα χρυσά.
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει· παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες… Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ  ΩΝΙΑ 937 [ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ  από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη  ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928-1937 ]



Ο ΓΕΡΟΣ
Πέρασαν τόσο κοπάδια τόσοι φτωχοί
και πλούσιοι καβαλάρηδες, άλλοι
από τα μακρινά χωριά είχαν μείνει
τη νύχτα στα χαντάκια της δημοσιάς
άναψαν φωτιές για τους λύκους, βλέπεις
τη στάχτη; μαυριδεροί κύκλοι επουλωμένοι.
Είναι γεμάτος σημάδια σαν το δρόμο.
Στο ξεροπήγαδο πιο πάνω ρίχναν τα λυσσασμένα
σκυλιά, δεν έχει μάτια είναι γεμάτος
σημάδια κι αλαφρύς· φυσά ο αγέρας·
δεν ξεχωρίζει τίποτε ξέρει τα πάντα,
άδειο θηκάρι τζίτζικα σε κούφιο δένδρο
δεν έχει μάτια μήτε στα χέρια, ξέρει
την αυγή και το δείλι ξέρει τ’ αστέρια
το αίμα τους δεν τον θρέφει, μήτε νεκρός
δεν είναι, δεν έχει φυλή δε θα πεθάνει
θα τον ξεχάσουν έτσι, μήτε πρόγονος.
Τα κουρασμένα νύχια του στα δάχτυλά του
γράφουν σταυρούς πάνω σε σάπιες θύμησες
καθώς φυσά ο αγέρας θολός. Χιονίζει.

Είδα την πάχνη γύρω στα πρόσωπα
είδα τα χείλια υγρά τα δάκρυα παγωμένα
στην κόχη του ματιού, είδα τη γραμμή
του πόνου πλάι στα ρουθούνια και την προσπάθεια
στις ρίζες του χεριού, είδα το σώμα να τελειώνει.
Δεν είναι μόνος ο ίσκιος αυτός δεμένος
σ’ ένα στεγνό ραβδί που δε λυγίζει
δε σκύβει να πλαγιάσει, δεν μπορεί·
ο ύπνος θα σκόρπιζε τις κλείδωσές του
στα χέρια των παιδιών να παίξουν.
Προστάζει σαν τους πεθαμένους κλώνους
που σπάνε όταν νυχτώνει και ξυπνά
ο αγέρας μες τις λαγκαδιές
προστάζει τους ίσκιους των ανθρώπων
όχι τον άνθρωπο μέσα στον ίσκιο
και δεν ακούει παρά τη χαμηλή φωνή
της γης και του πελάγου εκεί που σμίγουν
της μοίρας τη φωνή. Στέκεται ολόρθος
στην όχθη, μέσα σε κουβάρια κόκαλα
μέσα σε στοίβες κίτρινα φύλλα:
άδειο κλουβί προσμένοντας
την ώρα της φωτιάς.

ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ κ. Σ. ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ (από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη Ο κ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ

Α. HAMSTEAD
Σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα
που θα ’χε χρόνια μέσα στον αγέρα ταξιδέψει
σαν ένα πουλί που δεν μπόρεσε να βαστάξει
τον αγέρα και τη φουρτούνα
πέφτει το βράδυ.
Πάνω στο πράσινο χορτάρι
είχαν χορέψει όλη τη μέρα τρεις χιλιάδες άγγελοι
γυμνοί σαν ατσάλι,
πέφτει το βράδυ χλωμό·
οι τρεις χιλιάδες άγγελοι
μάζεψαν τα φτερά τους και γενήκαν
ένα σκυλί
ξεχασμένο
που γαβγίζει
μοναχό
και γυρεύει τον αφέντη του
ή τη δευτέρα παρουσία
ή ένα κόκαλο.
Τώρα γυρεύω λίγη ησυχία
θα μου ’φτανε μια καλύβα σ’ ένα λόφο
ή σε μια ακρογιαλιά
θα μου ’φτανε μπροστά στο παράθυρό μου
ένα σεντόνι βουτημένο στο λουλάκι
απλωμένο σαν τη θάλασσα
θα μου ’φτανε στη γλάστρα μου
έστω κι ένα ψεύτικο γαρύφαλλο
ένα κόκκινο χαρτί σ’ ένα τέλι
έτσι που να μπορεί ο αγέρας
ο αγέρας να το κυβερνά χωρίς προσπάθεια
όσο θέλει.
Θα ’πεφτε το βράδυ
τα κοπάδια θ’ αντιλαλούσαν κατεβαίνοντας στο μαντρί τους
σα μια πολύ απλή κι ευτυχισμένη σκέψη
και θα ’πεφτα  να κοιμηθώ
γιατί δεν θα ’χα
ούτε ένα κερί ν’ ανάψω,
φως,
να διαβάσω.

B. ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
Ο κύριος αυτός
κάθε πρωί κάνει το λουτρό του
μέσα στα νερά της νεκρής θάλασσας
έπειτα φορεί ένα πικρό χαμόγελο
για τη δουλειά και για τους πελάτες.

Γ. ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ
Ξεχάσαμε τον ηρωικό μας αντίλογο με τις Ευμενίδες
μας πήρε ο Ύπνος μας πήραν για πεθαμένους κι έφυγαν φωνάζοντας
«Γιου!  Γιου! Πούουου… παξ!»
βρίζοντας τους θεούς που μας προστατεύουν.

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]


Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ ΓΕΜΑΤΟ ΟΝΕΙΡΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΓΕΜΑΤΑ ΛΑΣΠΗ


Δυστυχισμένα όνειρα, τα χρόνια μας περνούν μέσα στην αγωνία, οι εφημερίδες λησμονούν όμως μεσ’ την καρδιά μας καίει μια κατακόκκινη πληγή απ’ το παλιό χρυσάφι
Όλο μαζεύουμε τα πράγματά μας, τα κρύβουμε σε βαθειά υπόγεια, λύνουμε τις ντουλάπες μας, στήνουμε ανάποδα τις καρέκλες μας κι ο απελπισμένος ήλιος μπαίνει από μια χαραματιά και τις φωτίζει
Πρέπει να βγούμε στα ποτάμια, ακόμα λίγο και θα σπάσει το πουλί μεσ’ στο κεφάλι μας, ακόμα λίγο και θα πήξει το αίμα μέσα στην καρδιά μας, πρέπει να βγούμε σύρριζα, πρέπει να βγούμε μέσα απ’ τα ποτάμια
[ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952 και με ΚΛΙΚ στην εικόνα κι άλλες επιλογές ποιημάτων από την ίδια συλλογή]




ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Να τραγουδήσω λοιπόν κι εγώ τη βροχή
όταν ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς δεν γνώριζε το πρόσωπό του
στην σκοτεινιά στην ερημιά πλάι στα καλώδια
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
ο ένας ακουμπούσε σ’ ένα φράχτη
ο άλλος σε μια γέφυρα τυφλή
ο άλλος σ’ ένα γκρεμισμένο σπίτι
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
κι η θάλασσα έβγαζε στη στεριά
τ’ άγρια τ’ άσπρα της τα πρόβατα
ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς όμως δεν γνώριζε τη χαρά του
ο Πόντιος Πιλάτος ύπαρχος του ποταμού
με το κλουβί τα πεινασμένα τα πουλιά του
τον κήπο τα χαμένα τα λουλούδια του
οι δύο σφίγγονταν πάνω στο λόφο
οι δύο αναστέναζαν μεσ’ τη στοά
οι δύο λιώνανε στο κυπαρίσσι
όταν η θάλασσα μάζευε ξανά
τ’ άγρια τ’ άσπρα της τα πρόβατα
μεσ’ την πικρή της αγκαλιά να τα κοιμίσει

ΣΑΒΒΑΤΟ
Οι νεκροί δυο βήματα πλάι μας
ησυχάζουν
ή κάθονται ήσυχα στα σκαλοπάτια
με μια σκούπα ματωμένη στο χέρι
όμως οι ζωντανοί
έχουν κάτι τεράστια κεφάλια
γεμάτα πετρέλαιο
και τα χέρια τους λιγδωμένα
με λίπος
φτιάχνουν βάρκες με μαύρα χαρτιά
που φεύγουν
μία-μία
και δίχως ήλιο
για το μαύρο ουρανό.

ΤΟ ΑΝΑΠΟΔΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ
Δεν είναι ακόμα άνοιξη
έρχεται ο τρελός
μ’ αβέβαια βήματα
ευτυχισμένος
δαφνοστεφανωμένος
μ’ ένα κουτάλι κόκκινο κρασί
απορεί
με τα σύννεφα τα κλουβιά και τα φύλλα
που μπήκαν βαθιά στα κάτασπρά του τα μαλλιά
είναι χλωμός
δε βλέπει

Μέσα στις φυλλωσιές
στο φλογισμένο χόρτο
ανάμεσα σε σύρματα που τραγουδούν
θλιμμένα
ριγμένα
τα ερωτικά πτώματα
σαπίζουν
σιγανά βογκώντας
δένουν τα χέρια και σαπίζουν
βογκώντας σιγανά

Δε βλέπει
στέκει
πάνω σ’ ένα κομμάτι μάρμαρο
τ’ ανάποδο το χελιδόνι
και βλέπει
τα ερωτικά πτώματα
καθώς δένουν τα χέρια
σιγανά βογκώντας
και σαπίζουν
στέκει
και βλέπει
τ’ ανάποδο το χελιδόνι

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΓΥΡΙΖΕΙ
Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακουγόταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Τα σύννεφα έφυγαν ένα-ένα
όμως στη θέση τους
ήρθαν άλλα σύννεφα
πιο άγρια
πιο μανιασμένα
πιο φοβερά

Λένε πως είμαι καλός
οι καλοί άνθρωποι
που δεν με ξέρουν
όπως με ξέρουν τα σκυλιά
όπως με ξέρουν
οι αετοί και τα μυρμήγκια.

Έρημος
στους βρεγμένους δρόμους
με τα ξένα αδιάβροχα
με τα βασανισμένα χέρια
τις σάλπιγγες
τα φαντάσματα
και τις γύρω απειλές

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]


Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

ΗΤΑΝ ΜΑΚΡΥΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΩΣ ΕΔΩ, ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Πολύ μακρύς, αδελφέ μου. Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας «πέρασε η ώρα» εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα, σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους των φυλακών, σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων –μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι που ’σκιζε το χρόνο, σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε.
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ – δύσκολος δρόμος. Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό του πάνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες. Σίγουρο χέρι. Σίγουρος δρόμος.    [αποσπάσματα από το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ του Γιάννη Ρίτσου]




ΑΥΤΑ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΑΠΟ ΑΙΜΑ – ΟΛΟ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΜΑ
μπορεί να ’ναι κι απ’ το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο

Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν
κι ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ’ τα κάγκελα
είναι οι φωνές των παιδιών και το σφύριγμα του τρένου.

Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ’ έναν κάμπο με στάχυα
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα
για να βρεις λίγο χώρο ν’ απλώσεις τα πόδια σου.

Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα
το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος – βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης. Χαμογελάμε.

Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο – όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος
παράνομη κι η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας τη φωτογραφία της αγαπημένης μας
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο
κι αυτό τον ουρανό δεν μπορούν να μας τα πάρουν.

Ξέρουμε πως ο ίσκιος μας θα μείνει πάνου στα χωράφια
πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου
πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που θα χτίζονται αύριο
πάνου στην ποδιά της μητέρας που καθαρίζει φρέσκα φασολάκια
στη δροσερήν αυλόπορτα. Το ξέρουμε.
Ευλογημένη ας είναι η πίκρα μας.
Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας.
Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται.
…………………………….
Και να, αδελφέ μου. που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα-ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα – δε χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί
θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουν το ίδιο βάρος σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη
έτσι να λέμε πια τα σύκα: σύκα και στη σκάφη: σκάφη,
κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε: «τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα». Αυτό θέλουμε κι εμείς.

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ’ τον κόσμο
εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.
………………………………………….
Έπεσε ο άνεμος. Σιωπή. Στη γωνιά της κάμαρας
ένα αλέτρι συλλογισμένο – περιμένει τ’ όργωμα.
Ακούγεται ποιο καθαρά το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι κι οι προλετάριοι
-κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δένδρο πλάι στο βράχο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.
Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σα βαγόνια με κάρβουνο
τα χέρια τους είναι η σιγουριά –
αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία του ανθρώπου
με τη φαρδιά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνου απ’ τα γκρεμό.
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα δεν είναι μονάχα στα μητρώα των φυλακών
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα είναι οι πυκνές σιδηροδρομικές γραμμές
που διασχίζουν το μέλλον. Κι η καρδιά μου εμένα
τίποτα πιότερο, συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι
που κάνει καλά τη δουλειά του – τίποτα άλλο.

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΟΝΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ:
… Από το έργο του Ρίτσου βρήκα πολλά ποιήματα που θα μπορούσα να τα προσεγγίσω και να γράψω πάνω τους μουσική. Πολλών λογιών συγκυρίες όμως δεν μου επέτρεψαν να το κάνω.  Ώσπου ήρθε η περίοδος της δικτατορίας και, το 1973, τα γεγονότα της Νομικής. Καθώς όλος ο κόσμος προσπαθούσε να συμπαρασταθεί με όποιο τρόπο μπορούσε στα παιδιά που είχαν κάνει κατάληψη, εγώ κλείστηκα στο σπίτι μου φέρνοντας συνέχεια στη σκέψη μου την ποίηση του Ρίτσου, γιατί μόνο αυτή εξέφραζε εκείνη τη στιγμή εκείνο που αισθανόμουν. Βρήκα μάλιστα ένα από τα λιγότερο γνωστά του έργα, το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ από τη συλλογή ΑΓΡΥΠΝΙΑ. Ομολογώ ότι μπροστά μου ανοίχτηκε ένας διάπλατος ορίζοντας, που ούτε καν μπορούσα να το φανταστώ για ένα ποίημα γραμμένο σε άλλη εποχή, το 1948, κάτω από άλλες συνθήκες. Άρχισα να το διαβάζω, να το επεξεργάζομαι μουσικά και μέσα σε δυο τρεις μέρες είχα γράψει τα πρώτα τραγούδια: Το Ήταν μακρύς ο δρόμος, το Αυτά τα κόκκινα σημάδια και το Ξέρουμε. Την επόμενη το βράδυ κατέβηκα στο κέντρο. Είχαν ήδη προχωρήσει τα γεγονότα, διαδηλώσεις, συλλήψεις κλπ. Μας κυνηγούσαν οι αστυνομικοί και κάποια στιγμή βρέθηκα με ένα παπούτσι στην οδό Αθηνάς, κοντά στη Λαχαναγορά. Για να γλιτώσω ανέβηκα σ’ ένα καρότσι, σκεπάστηκα με κάτι καφάσια κι έμεινα εκεί ώσπου πέρασε η μπόρα. Διέσχισα μετά το Μοναστηράκι κι από ‘κει έφτασα στην Πλάκα.  Εκεί, στον οδό Θόλου, υπήρχε μια μπουάτ (νομίζω λεγόταν Το χρυσό βαρέλι), όπου τραγουδούσε ο Γιώργος Ζωγράφος. Μπαίνω μέσα και βλέπω γύρω στους 40-50 φοιτητές, άλλους ματωμένους, άλλους με τα μάτια πρησμένα από τα δακρυγόνα, όλους στην ίδια περίπου κατάσταση με μένα. Επικρατεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν καλογερίστικη, συγκινησιακά φορτισμένη. Οπότε, με καλεί ο Ζωγράφος αν θέλω να παίξω κάτι δικό μου. Εκείνη την ώρα, το μόνο που είχα στο μυαλό μου ήταν τα τραγούδια του Ρίτσου που μόλις είχα γράψει.  Κάθομαι λοιπόν στο πιάνο, συγκεντρώνομαι και προσπαθώ να τα θυμηθώ. Παίζω το πρώτο κομμάτι, μετά το δεύτερο, μετά το τρίτο, χωρίς να σταματήσω καθόλου ενδιάμεσα. Τελειώνοντας ένιωσα φοβερή κούραση, ένα πλάκωμα και σαν να μου είχαν κοπεί τα χέρια από τη ρίζα. Δεν χειροκρότησε κανείς, αλλά μόλις γύρισα το κεφάλι, είδα όλα τα παιδιά αγκαλιασμένα ανά δυο, σκυφτά και να κλαίνε. Με πήραν και μένα τα κλάματα. Αυτή ήταν η πρώτη εκτέλεση των πρώτων κομματιών από το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ. Τότε κατάλαβα ότι ο Ρίτσος ήταν πραγματικά ένας οδηγητής, ένας οραματιστής, ένας ηγέτης ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν με υπερηφάνεια. Και τα ποιήματα του, που έγιναν τραγούδια, εκφράζουν τον αγώνα της εποχής και τον αγώνα κάθε εποχής για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία. Γιατί, όσο κι αν φθείρεται η ψυχή του ανθρώπου, πάντα μια εσωτερική δύναμη αυτοάμυνας του ανοίγει χαραμάδες και διόδους προς το φως.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

ΟΙ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΑΦΟΡΜΕΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα μες τη δροσιά του σπιτιού σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.
Γύρευα τότε να ξεφύγω μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου νύχτες που μελετούσα το κενό πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.
Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου ματόκλαδα και χείλια που τα ’σκιζε ο πόθος μου κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα λίγος καπνός από μακριά, λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.
Και το καράβι μου στην κήπο της δεμένο κι άγρυπνο σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί μου θύμιζε κάποτε τους συντρόφους που χάθηκαν ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης (ΣΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ 1971 – ART by Duy Huynh painting)




ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Κοντά σε τούτες τις πέτρες
μαύρες μέσα στο φως
κοντά στη φωνή του που χανόταν
μέσα στη δική μας
ή την ακούγαμε βαθύτερη
γεμάτη τρόμο
σαν να ξαναγύριζε από ξεροπήγαδο
πλάι σε κείνον που πέθαινε
και σε μας που υπομέναμε
τη θλίψη του αποχωρισμού
τον πόνο του θανάτου
κι ο ίδιος ίσκιος παντού
αλλά δροσιά πουθενά
ν’ ακουμπήσουμε
σε τούτους τους αδυσώπητους άμμους
θυμήθηκα τη θάλασσα
-όχι το πέλαγο με τα καράβια
τυραγνισμένο από τις έγνοιες μας-
θυμήθηκα τη θάλασσα
ν’ ανθίζει στο παράθυρό μας
και ξαφνικά
στη λάμψη του μεσημεριού
να σκοτεινιάζει.

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Εδώ ήταν η συνηθισμένη θέση του.
Ο άνθρωπος καθισμένος ανάμεσα
στη σιωπή του και τον καθρέφτη
κοιτάζοντας ένα πράγμα να καίγεται γρήγορα
κι ολοένα να σώνεται ασχημίζοντας.

Μπορούσε να υποφέρει ακόμη την αγάπη.
Καμιά φορά κουραζόταν
κοίταζε τότε κατά το ταβάνι
γεμάτο μάτια προσηλωμένα στα δικά του
και την αράχνη σε μιαν άκρη
κυματίζοντας να κατεβαίνει.

Ύστερα πέφτανε πάνω του μεγάλες πέτρες
χαλάσματα που τον κομμάτιαζαν
σε μικρές φωνές.

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ (… δίδαξόν με τα δικαιώματά σου ΨΑΛΜΟΙ)
Ήμουν είπε χαμένος
αλλά γιατί κύριε
τα μάτια σας ασπρίσανε
βλέπετε δεν υπάρχει τίποτα
μονάχα τούτο το σημάδι
εδώ τι βλέπετε ψιθύρισε
μη γίνεις εις εμέ τρόμος

ακολούθησαν γελοίες σκηνές
κάτω στο πάτωμα
ολολυγμοί και θρήνοι
ένα κουρέλι αυτός
από εκδηλωμένες ασέλγειες
σάρκες και κόκαλα
που καίγονταν

όμως μη με χτυπάτε είπε
ήμασταν εκεί στη Σταύρωση
τον άκουσα να με φωνάζει
χωρίς να βλέπω
μέσα στο φως που με τύφλωνε
πήδησα γρήγορα το φράχτη
και πάλι τον άκουσα να με φωνάζει
μα ήμουν χαμένος είπε

και τότε πήγα στο ποτάμι
κάθισα κάτω απ’ τις ιτιές
κι έπαιξα ήσυχους σκοπούς
με την κιθάρα μου

όμως ο δαίμονας με παραμόνευε
νύχτα με το λυχνάρι
διαβάζοντας περιστατικά
από λαγνείες και στο Μυστρά
το ρούχο ενός αγίου
χρώμα κόκκινο με περικάλυψε

ήμουν είπε χαμένος

ΑΛΦΕΙΟΣ
Ήταν μεσημέρι κι έπαιζε ακόμη με το ποτάμι
ο ήλιος την έδενε από τα μαλλιά
και το ρόδινο νερό γύρω στα λαγόνια της.

Έβλεπα πως ήμουν το ποτάμι
αλλά γινόμουν άλογο κατεβαίνοντας αφρισμένο
και κείνη διχάλα στη γαλάζια ράχη μου
αντιστεκότανε μαζεύοντας τη δύναμή της
καθώς εμπαίναμε στους ίσκιους
κάτω από τις ιτιές.
Κι εγώ γελούσα
και μη γελάς μου έλεγε
μη γίνεσαι όνειρο, φοβάμαι
σε φοβάμαι.

Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της
ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως
μαύρο σαν ένα μελίσσι
που μου έτρωγε τα μάτια.

ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ
Κόντευε να χαράξει και πάνω στο πρόσωπό της
σχεδιασμένο στη στάχτη του κρεβατιού
με το φτερό του ύπνου
είδα να χάνεται το λίγο που έμενε από τη νύχτα.
Κι επειδή πολύ φοβήθηκα τη λησμονιά
έσκυψα στην ανάσα της και πήρα
την πάχνη ενός φιλιού.

Δεν  ήταν μήτε η ανάσα της
μήτε το λίγο που έμενε από τη νύχτα
αλλά κάτι φυλαγμένο μέσα μας από καιρό
και πάλευα να το κρατήσω.

Τούτο το απόσταγμα μιας χαραυγής
ήταν ζωή ολόκληρη
ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή: πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Στον μέλλοντα, λοιπόν, αιώνα αυτοί θα τρέξουν στο ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ να ζητήσουν μια θέση και βέβαια θα πληρώσουν μ’ ένα Ποίημα… Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μην σβήνει όταν χαμηλώνει…