Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΕΣ ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΕΣ ΚΙ ΑΛΛΑ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΨΕΜΜΑΤΑ:

12 μεσάνυχτα, ποιος να βαράει την πόρτα τέτοιαν ώρα; Να ’ναι η Μούσα, τα λούσα, η ρούσα; Ανοίγω, κι όμως τίποτα, κανείς… Στρέφω, η δεσποινίς Μαρίκα –η κόρη ντε του καλλίφωνου ψάλτου της ενορίας- μου εκμυστηρεύεται: «να ήταν η θάλασσα, ήταν τ’ αγέρι, ήταν ο έρωτας του τραμβαγιέρη που μου ετάραξαν τα σωθικά»… Ούτε οι ακόλουθοι ωκύποδες: ούτε ο Ανωγειανός Σολτάτος ούτε ο Σπύρος Λούης δεν αναπτύξανε ποτέ τέτοια τρεχάλα ωσάν αυτήν που ανέπτυξα –εγώ ο γράφων- για ν’ αποφύγω τους ανθρώπους όπου λεν ψέματα… [ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΕΣ  από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978 με ένα πίνακα από τον ίδιον τον ποιητήν: Ορφεύς και Ευρυδίκη]
 


ΕΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ ΜΠΑΚΕΑ (που ενδιαφέρθηκε για «πρόσφατα» ποιήματά μου)
πράγματι η
«ποιητική» παραγωγή μου
τώρα τελευταία
είναι ουσιαστικά
ανύπαρκτη

όχι βέβαια πως έχω πια πάψει
και ποιήματα
και στίχους
και παραμύθια
ν’ αραδιάζω
και να κρυφολέω στον εαυτό μου

όμως ως παραλείπω
ναν τα σημειώνω στο χαρτί
τα λησμονώ
και φυσικά δεν
έχω πια τίποτα να παρουσιάσω

άλλωστε και κανείς δεν μου τα ζητά:
είδα τι λίγη σημασία
γύρω μου
δώσαν
και δίνουνε στα ποιήματα

για έναν μελλοντικό σχολιαστή
θαν’ υπεραρκετά
τα ποιήματά μου τα παλιά
και πόσον εύγλωττη
θα είναι
η σιωπή η τωρινή μου

ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ «Ο ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΣ»
ούτε οι ακόλουθοι ωκύποδες:
ούτε ο Ανωγειανός Σολτάτος
ούτε ο Σπύρος Λούης –Μαρουσιώτης-
δεν ανάπτυξε ποτέ τέτοια τρεχάλα
ωσάν αυτή που ανέπτυξα
-εγώ ο γράφων-
για ν’ αποφύγω τους ανθρώπους
όπου λεν ψέματα

βέβαια κακόπιστοι σχολιαστές
ερμήνεψαν ποικιλοτρόπως
το φέρσιμό μου
-συνηθισμένη ιστορία-

μα τίποτε!
για μένανε μεγίστη σημασία
έχει
όπου απέφυγα έτσι
-λυσιτελώς-
τους
ανθρώπους
που λεν τα ψέματα

ΜΠΕΡΟΥΤΙΑΝΟ (να μην ξεχνούμε τον Αλφόνσο Allais)
Μένω εμβρόντητος μπρος στην ευρυμάθεια αυτής της κόρης! Καϊρινή ή Αλεξανδρινή; Θα σας γελάσω. Πάντως, όπως μου λέει, συμπλήρωσε λαμπρές εγκύκλιες σπουδές σ’ ένα απ’ τα ευρωπαϊκά (καθολικά βέβαια) λύκεια ή της Αλεξάνδρειας ή του Καϊρου. Με τι αφοσίωση, με τι πλούτο πληροφοριών, μιλά για το διδαχτικό προσωπικό και για όσα του χρωστάει! Ο pere Μαγκανάτ, η mere Ακλαντάν (κατά κόσμον Ανν Μερντέζ)! Αμ η soeur Βιτσιάλη! Κείνος ο αδελφός dAisance! Fils Τικ, δεν λείπει να προσθέτη πάντα. Και μου τη μαθαίνει, και σε μένα, την Ευρώπη, με όλα τα μυστικά της και τις λεπτομέρειες, αληθινή Ευρωπαία, τώρα ας είναι κι Αφρικανίς.

Ο ΟΡΦΕΥΣ
τον Ορφέα ποτέ –μα ποτέ- τίποτα δεν τον επαρηγόρησε για την διπλή απώλεια
της Ευρυδίκης:
άλλοτε –για λίγο- έλεγε κανά τραγούδι μεσ’ το μαράζι του
άλλοτε –για λίγο πάλε-
τα χρώματα
τον γοητεύανε
με τις άπειρες ποικιλίες τους
και τους συμπωματικούς
λογής-λογής συνδυασμούς τους

μια φορά -κατά του ήλιου
το βασίλεμα
πρόσεξε μεσ’ στο γαλάζιο τ’ ουρανού
γοητευτικές αράδες
σύννεφα
-γι’ αυτά που στο Καβούρι κάποτε ένας χωροφύλακας
σα μεταμεληθείς εκραύγασε:
«Ιδού τα σύννεφα του Εγγονόπουλου»

αλλά αυτά –πραγματικά-
δεν ήσανε τα σύννεφα του Εγγονόπουλου
είταν μαχαίρια
λεπίδες
ακονισμένες κάμες και χατζάρια
που πάνω στις γαλάζιες τους εσθήτες
εκρατάγανε
οι σκληρότατες της Θράκης οι παρθένες

κι αυτά κραδαίνοντας
οι σκληρές παρθένες στ’ άπονα τα χέρια τους
μ’ αυτά –λέω- πέσανε πάνω του:
τον κατακρεουσργήσανε
τον κομμάτιασαν
τον Ορφέα

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων… (αλλά) Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύβεται η Ερινύα βαθιά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν την νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό!..]

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

ΝΑ ΜΕΤΡΑΣ ΟΜΟΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΧΑΡΙΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΕ ΑΙΜΑ (και κάτι άλλο νέε μου, ν’ ανοίγεις πάντα τα παράθυρα στο φως)

Ζυγιάζει στο ένα χέρι τη ζωή του και στ’ άλλο τη θάλασσα. Βλέπει. Το νιώθει. Του λείπουν πολλά. Σχεδόν όλα. Αν μπορούσε να μη σκέφτεται έτσι. Ένας ευυπόληπτος κύριος του είπε: αγαπητέ μου, να μετράς όμοια πράγματα. Παραδείγματος χάριν, τον άνθρωπο με άνθρωπο, το αίμα με αίμα… Και κάτι άλλο, νέε μου, ν’ ανοίγεις τα παράθυρά σου πάντα στο φως. Αυτός χαμήλωνε τα μάτια και κοίταζε τα παπούτσια του, που προσπαθούσαν να συνεννοηθούν για ένα βήμα ακόμη. Και το στόμα του έμεινε κλειστό, ενώ ένα ρυάκι αίμα κυλούσε απ’ την αριστερή άκρη.  (ΛΕΗΛΑΣΙΑ από την πρώτη ενότητα της συλλογής του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ 1970: Παρένθεση στο χρόνο - Art by anke-merzbach-fenc3aatre window]


ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Έπιασε το πόμολο της πόρτας
κι ένιωσε τέτοια μοναξιά,
που έσκυψε και φίλησε το κρύο σίδερο.
Ξέρετε, τα πόμολα γνωρίζουν πολύ καλά
να ξεχωρίζουν το χέρι του κυνηγημένου
από το χέρι του καλού αστού.

Κυνηγημένος και στάζοντας αίμα
άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα στο σκοτάδι,
τη στιγμή που ακουγόταν απ’ το ραδιόφωνο
ένας σκοπός - «τάχα τι να γύρεψαν στα χλομά σου μάτια»-
(συμπληρώνοντας έτσι το σκηνικό της καταιγίδας του)

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΕΡΙΟΥ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Η νύχτα έπεσε τόσο απότομα,
που δεν πρόλαβε να την αντιληφθεί
το μάτι μας
Η νύχτα μπήκε μέσα μας, σβήνοντας
με το χέρι ό,τι μας ανήκει.
(Τόσα χρόνια αναζητήσεις και προσπάθειες)
Και υπάρχει τόσο φως.
Παράπονο όχι. Αλλά απορία
Μια τεράστια απορία, που προσπαθούμε
να την κρύψουμε μέσα στα χέρια μας
-και δεν μπορούμε να δούμε το πρόσωπό σου.
Το νιώθουμε όμως. Βρίσκεται γύρω μας.
Παντού. Γεμάτο αγωνία.

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Εξαντλήσαμε το Νοέμβρη
μ’ έναν τρόπο καθόλου ορθόδοξο
μέσα σε καφενέδες αναμονής.
Στην αρχή μετρούσαμε τις ώρες.
Αυτό όμως μας κούρασε, κι αρχίσαμε να μετράμε
τις εποχές. Και μετά, με πόση ευκολία, αλήθεια,
τους αιώνες.
Μας έμειναν μερικές στιγμές,
που φτάναν ίσα-ίσα να κοιτάζουμε
τη δίκλωνη φλέβα που αυλάκωνε
τη σκέψη σου και κατέληγε σ’ ένα άνθος σαρκοβόρο

(Είναι κι αυτό κάτι στις μέρες μας,
που για να επισκεφτείς τον εαυτό σου
χρειάζεσαι διαβατήριο)

ΑΛΗΘΕΙΑ, ΠΑΛΙ ΦΕΤΟΣ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Αλήθεια, πάλι φέτος μπουμπουκιάζουν τα ηφαίστεια,
όταν οι κοπέλες λούζουν τα μαλλιά τους
με αγκαλιές σκοτάδι και κάθε τους βήμα είναι
μια διαμαρτυρία.
Βλέπουν βαθιά μέσα στο μέλλον, τη μέρα
που οι νέοι γυμνοί από τη μέση και πάνω
θα πιάσουν τον ήλιο από τα κέρατα και
θα τον κοιτάζουν ίσια στα μάτια.
Κι εσύ, παιδί κρυμμένο παντού,
θα δώσεις ένα σάλτο για να μπεις
στον κήπο που θα ’χει ανάψει όλα τα λουλούδια του
και θα περιμένει.

Όλοι περιμένουμε.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΚΑΤΑΤΑΞΕΩΣ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Το τρένο πλέει πάνω στο αίμα,
κι εμείς ρίχνουμε τους κύβους
καθώς μας πηγαίνει στον πόλεμο.

Το λουλούδι λιώνει μέσα στο χέρι μου

[Και ήρθαν και πέρασαν καλοκαίρια, χειμώνες και Σεπτέμβριοι μεταφυσικοί, όπως έγραφε στο ποίημα «Σεπτεμβριανό Φως» ο Τάκης Σινόπουλος, και δεν σε πρόδωσα ποτέ,μάτια μου. Και πολύ τραγούδησα και πολύ εσιώπησα για σένα. Δρόμους με οδοφράγματα και δρόμους πλατείς διαβήκαμε. Πέταξα, δίψασα, πείνασα και δεν παραπονέθηκα. Έφαγα ξερό ψωμί και ποίημα. Λοιδορήθηκα από ασεβείς, αλλά η πίστη μου μ’ έσωσε. μέσα στην έρημο και βρήκα νερό και μετά πηγή. Το ποτάμι προσπαθώ να τοπεράσω χρόνια. Με μάτια διψασμένα πέφτω στην αγκαλά σου και κοιμάμαι ήσυχα, μικρό παιδί. Από πάντα ήσουνα η μουσική και η ζωγραφική για μένα. Άλλες νύχτες καθόμουν και κοιτούσα με τις ώρες το σπίτι του Σεφέρη (Άγρας 20). Το παρατηρούσα ν’ αλλάζει γωνίες, να  αναπνέει, να πλέει ανάλογα με το φως του φεγγαριού. Εκείνη την εποχή μπαινόβγαινα σε κινηματογράφους και θέατρα, σε σημείο να είναι οι σκοτεινές αίθουσες προέκταση του δωματίου μου. Αυτή είναι περίπου η μικρή ιστορία της ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗΣ και των ανθρώπων της. Και τοταξίδι συνεχίζεται. Κοιτάζω πίσω το δρόμο και βλέπω να έρχεται προςτο μέρος μου, μόνος και φωτεινός, ο Γιώργος Χειμωνάς, στα μαύρα ντυμένος,στα βελούδινα.[τελευταία παράγραφος από το ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ του Γιάννη Κοντού για την ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ του

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΔΟΙΑΚΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΑΥΤΟ ΤΑ ΕΚΑΝΕ ΟΛΑ (τι δίψα για μπουρλότο είναι αυτή θεέ μου;)

… κι αν δεν είναι έτσι; κι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα; βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που σ’ είδα να ’ρχεσαι έτσι όμορφη, έτσι φανατικιά, μπροστά μπροστά στη φάλαγγα των λογγοβάρδων και να βουίζει το πλήθος: χαίρε αυγούστα…. μα εσύ έβλεπες κατά τη βραζιλία, να παροπλίζονται τα πλοία των αχαιών, ν’ αλλάζουν σημαία, τους απεργούς θερμαστές στην προκυμαία να σουλατσάρουν πεισματάρηδες με ξεφτίδια απ’ τα μαλλιά του αγαμέμνονα στις φούχτες, να ψάχνουν για μπορντέλα, να συζητούνε καθισμένοι στο μουράγιο με το νέστορα, τον άγιο γεράσιμο, το νότη μπότσαρη για την ανάσταση του γένους… εκείνη τη νύχτα έγινε ο χαλασμός: ορκίστηκαν όλοι, άλλος στη μάνα του την κλυταιμνήστρα, άλλος στο όνομα της κορούλας του, άλλος στον άγνωστο στρατιώτη άλλος… πού να θυμάμαι τώρα, μα ο τελευταίος αχ θεέ μου, τι στιγμή ήταν εκείνη… Χωρίς ραδιουργίες έτσι όπως απόγεμα μεγάλο Σάββατο μου βάλανε για πρώτη φορά τον αιματοσταυρό απ’ το σφαγμένο αρνί του πάσχα, φριχτό σημάδι ανάμεσα στα μάτια, ανάμεσα σε δυο θάλασσες, από τη μια το αιγαίο από την άλλη το ιόνιο και στη μέση το σημάδι το ματωμένο. Πού να βρω πια ησυχία; την άλλη μέρα ήρθε το μήνυμα σκληρό: το πτώμα σου τσαλακωμένο όπως το τραίνο που ’πεσε στη χαράδρα το βρήκανε στη βαϊκάλη μογγόλοι ψαράδες να πλέει δίπλα σε μια ψάθα τότε πια πάει κι η αγιά σοφιά πάει και το μεσολόγγι πάει κι ο νότης μπότσαρης, οι αργοναύτες παντρεύτηκαν στη βραζιλία, σκόρπισαν τα μαλλιά του αγαμέμνονα στους πέντε ανέμους, κάψανε τα πλοία και δεν ξαναμίλησαν για τη μονεμβασιά. Το βράδυ…, τι λέω; κάθε βράδυ όλα τα βράδια αστροφεγγιά βάρβαρη, αστροφεγγιά των λογγοβάρδων, αστροφεγγιά σαν ξερό χταπόδι κατάντικρυ σ’ έναν ήλιο μασσώνο, βυρσοδέψη…. Τους σταύρωσα να ορκιστούνε ακόμα μια φορά, δε βαριέσαι… σκυλόρατσα… πεισματάρηδες αχαιοί, τουρκόσποροι, φραγκολαβαντίνοι, τραβήξανε τους πασαλήδες ρίξανε πάλι μπαρούτι χάμω ανάψανε όλοι σα δαδιά (τι δίψα είναι αυτή για μπουρλότο θεέ μου;) κι όταν πέρασε το δικό τους το γινάτι, πιάσανε ένα πεντοζάλη κάτω απ’ τα παράθυρα του παπά
με τον πολύφημο μπροστά να σαλπάρει από την γκουαταλαχάρα στο μέτσοβο που να σου κόβεται η πνοή. άειντε τώρα εσύ να κρατηθείς: βούιζαν τα τούμπανα από τη βραζιλία ως τη βαϊκάλη τσίριζαν τα κλαρίνα από τη νορβηγία ώσμε τη νέα καληδονία και σύψυχο τ’ άστρο μας τινάχθηκε σαράντα οργιές μπροστά, έτσι σε κομματιάσαμε στρίγγλα αστροφεγγιά… Τα σταυρωτά μου χέρια προπέλα στην πρύμνη της αράχωβας, το δοιάκι ανάμεσα στα μάτια σου οι μπουκαπόρτες ανοιχτές, τα κανόνια έτοιμα κι οι μπομπάρδες, ο παππούς μου, ναύτης του οράτιου νέλσων πυροβολητής, ορκισμένος στην φρυγία, με το μαρτίνι του και μπόλικο μπαρούτι από τη δημητσάνα να παραμονεύει από το παράθυρο του ναυαρίνου αυτή την αστροφεγγιά χρόνια τώρα… και να ’ναι μόνο αυτό; τα ύπουλα σχέδια του ολλανδού αρχαιολόγου; τα πονηρά μάτια του αγιογδύτη, να τριγυρίζει μες στους φτωχομαχαλάδες πουλώντας τάχαμ φυλαχτά κατασκοπεύοντας τα οχυρά του σπιτιού μας; τις κανονιέρες της θάλασσας; το κοντάρι του άη-γιώργη; είναι να τ’ ανιστορεί πια κανείς αυτά; είναι να τα επιστρατεύει; είναι να τους εμπιστεύεται αυτόματα όπλα; πέστε μου εσείς: πού είδατε μιαν αίγυπτο μετανιωμένη; ένα συνταξιούχο νικητή, βυζαντινό πάστορα, ένα γότθο πραματευτή, ένα ρεζίλη; πού είδατε έναν επίσκοπο πλασιέ; πού τέλος πάντων είδατε τα σταυρωτά μου χέρια προπέλα στην πρύμνη της αράχωβας; Α… η αράχωβα, η σπάνια μινωική πορσελάνη από την ωμοπλάτη του προφήτη δανιήλ, ήταν γραμμένο να μαντέψει το σημερινό δυστύχημα, τη συνέχεια στο νεκροταφείο τα έκτακτα βραδινά παραρτήματα, το αδιέξοδο του υπουργικού συμβουλίου, μιλούσε καθαρά μέσα από όλα αυτά για εκείνη, για την αστροφεγγιά που κρατούσε κατευθείαν από τη γενιά των ατρειδών και χρόνια τώρα είναι που φυγοδικεί σε μακρινές φυτείες κακάο ξυπόλητη και αναμαλλιάρα πότε στην κιλικία υφαντουργίνα, πότε στο σαν φραντζίσκο σερβιτόρα, στη μουκοβίνα πλύστρα ή πουτάνα στο βλαδιβοσκόκ ώσπου ένα βράδυ η θάλασσα, πάλι η θάλασσα, έφερε στο κουφάρι της στο γύθειο ανάμεσα σε ιαπωνικές ελαφρόπετρες σάπια λεμόνια από τη συρία και μισοφαγωμένα ξόανα από τις πλώρες των φοινίκων, είκοσι εφτά χρόνια ταξίδι στ’ αρχιπέλαγα… Το τι συνέβαινε στο μεταξύ απ’ το άλλο μέρος, είναι που κάνει την υπόθεση πιο τραγική θα καταλάβατε πια κι εσείς πως σ’ αυτό το μανιάτικο πύργο με πολεμίστρες που βλέπουν προς τα καφενεία όπου σαπίζουν κρεμασμένοι οι στρατιωτικοί χάρτες της ΙΙ μεραρχίας των πελασγών μαζί κι οι πανοπλίες των ισαύρων οι τράπουλες και τα βρόμικα φλιτζάνια, σ’ αυτόν το μανιάτικο πύργο, λέω, οι φλέβες μας γεννοβολούσαν ακατάπαυστα δεν τις χωρούσε πια ο τόπος τρίζαν τα θεμέλια του μυστρά από φλεβίτιδα. Αχ παππού, πώς έμεινες απαθής βιγλίζοντας από το παράθυρο του ναυαρίνου τη ξεμαλλιασμένη φρυγία, ενώ στα καφενεία πίσω από την πλάτη σου ο χαρτοκλέφτης κέρδιζε με το κόλπο που διάβασε στους χάρτες των πελασγών; τώρα ο ευρώτας μετατοπίστηκε ανάμεσα στα παράθυρά μας χρειαζόταν ένα πρόχειρο υδραγωγείο να διατηρηθεί το ξερό πρόσωπο του προγόνου. Τέλος έγινε κι αυτό: ένας άσημος, ένας τιποτένιος εφοριακός υπάλληλος απαίτησε την έξωση των ισαύρων, την εκποίηση του μανιάτικου πύργου και παράλληλα το σαμποτάζ του υπουργού στην εκβιομηχάνιση της χώρας απαιτεί ακόμα την εκταφή της αστροφεγγιάς, την πιο προσεκτική νεκροψία σύμφωνα με τα καινούργια στοιχεία που έδωσε η ωμοπλάτη του προφήτη δανιήλ ευρεθείσα στα θεμέλια αρχαίου οίκου της αράχωβας, τέλος ζητά να την κηδέψομε με τιμές πρωθυπουργού εν ενεργεία… τι θα κάνουμε τώρα; Το δοιάκι ανάμεσα στα μάτια σου αυτό τα έκανε όλα… (Απ’ το φάκελο μιας αστροφεγγιάς από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972 -ART by felzl)



ΕΠΟΧΗ (από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Γνωρίζω το βρυχηθμό σας
όμοιο με σκέλια σαραντάπηχου
κατεβαίνει από τη ράχη του βατοπεδιού
βγάζει λόγους μες στα καφενεία
παίρνει το σαρωνικό ένα χερόβολο τον τσαλακώνει
κι αγωνιά κι αγωνιά όπως ναυτολογικό γραφείο
για τα σκάφη όταν βράζουν τα μπουγάζια.

Πρόκειται για το μισό σου χέρι που έμεινε
κρεμασμένο στο λαιμό μου
να ωρύεται μανιακό να κουδουνίζει
ν’ ανοίγουνε οι πόρτες τρελές απ’ τη λαχτάρα
να κόβεται το τελευταίο βαγκόνι
παίρνοντας τον κατήφορο του σκοτωμού
να κρέμεται σε μια κλωστή το πάθος μας
κι ο πράκτοράς του που ειδικεύτηκε
στο δράμα του θεανθρώπου.
Αυτός δεν είναι ο βρυχηθμός σας,
ένας κοινός τόπος;
τι να περιμένω λοιπόν από αυτόν;
μήπως δεν είναι ένας ισόθερμος
ένας ισοβαρής ένας εξοφλημένος,
ένας ώριμος για εθελουσία έξοδο;
Να γιατί στον τράχηλό μου το μισό σου χέρι
φύεται κάτασπρο όπως η λέξη βοήθεια
κόβει την αγωνία μας σε κέρματα μικρά
πληρώνει σύνταξη στις χήρες
εξαγοράζει προϋσταμένους
κρεμάει απ’ τα πολύ ψηλά παράθυρα
σεντόνια άσπρα της υποταγής
και παίρνουμε μιαν απόφαση άψογα ευθύγραμμη
όπως στενεύει ο δρόμος σε πρωινή βροχή
γκαστρώνεται γεννά νεφρά πελώρια
τα τσακίζει τρέφεται επιζεί.
πέστε μου δεν αρχίζουν έτσι όλοι
οι βρυχηθμοί σας οι ύμνοι σας
για το μεγαλείο τόσων προγόνων
και τη νομοθεσία τάχα για
χρήζοντα βοηθείας πρόσωπα και τα λοιπά;

Τέλος ο άλλοτε γενναίος ήχος ατόνισε
χαμήλωσε ως το γελαδίσιο μουκανητό
ίσα μ’ έναν αριθμό τριψήφιο εξωμότη
που μόνη ζωντάνια του έμεινε
να βλέπει απ’ τις γρίλιες τις γυναίκες
να γδύνονται
φοβούμαι πως αυτή ήταν όλη όλη
η ιστορία του γένους των ανθρώπων
με τους γενναίους της παραφοράς, της παρακμής
έχει γεια λοιπόν αγάπη μου σε παρθεναγωγείο
αλέστα τώρα όλοι στο κατάστρωμα
με τα τσεκούρια όρθια της οργής
θα την σπάσουμε την πόρτα που πάει στο υπόγειο
εκεί το αίμα μας κλωστή κουβάρι
δώστε το στο θησέα
να κλείσει πια η εποχή ετούτη
του μίνωα.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως κι ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου»]


Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ ΚΑΤΑΜΕΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΙΝΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ (προσπάθεια μάταιη να χτυπηθεί το νόημα μ’ όποια μετάθεση των λέξεων, μ’ όποια αποδέσμευσή τους):

Βρέχει… Μια κυρία εξέχει στη βροχή μόνη πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι. Κι είναι η βροχή σαν οίκτος κι είναι η κυρία αυτή σαν ράγισμα στη γυάλινη βροχή. Το βλέμμα της βαδίζει στη βροχή, βαριές πατημασιές καημού τον βρόχινό του δρόμο γεμίζοντας. Κοιτάζει… Κι όλα αλλάζει στάση, σαν κάτι πιο μεγάλο της,  ένα ανυπέρβλητο, να ’χει σταθεί μπροστά σ’ εκείνο που κοιτάζει. Γέρνει λοξά το σώμα παίρνει την κλίση της βροχής χοντρή σταγόνα μοιάζει- όμως το ανυπέρβλητο μπροστά της πάντα. Κι είναι η βροχή σαν τύψη. Κοιτάζει… Ρίχνει τα χέρια έξω απ’ τα κάγκελα τα δίνει στη βροχή πιάνει σταγόνες φαίνεται καθαρά η ανάγκη για πράγματα χειροπιαστά. Κοιτάζει… Και, ξαφνικά, σαν κάποιος να της έγνεψε «όχι», κάνει να πάει μέσα. Πού μέσα – μετέωρη ως εξείχε στη βροχή και μόνη πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι. [ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ Κική Δημουλά από τη συλλογή ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ, 1963 – ART by NEKHBETSUN nocturne]



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ
Το σπίτι
κοιτάζει το δημόσιο δρόμο
και τη θάλασσα
με λογική τεσσάρων παραθύρων,
χαμογελώντας στερεότυπα
μ’ ένα πλατύ πορτοκαλί
μπαλκόνι

Σ’ αυτό το μπαλκόνι
σ’ αυτό το χαμόγελο
τ’ απογεύματα, η μάνα μου
το δυσανάγνωστό της πρόσωπο
εκθέτει.

Ο χρόνος το συνέγραψε
χωρίς έξαρση
από νύχτα σε νύχτα
σε γλώσσα πόνου ρέουσα
γεμίζοντας
κατεβατά φθοράς.
Κι ούτε ένα λάθος γέλιου.

Κάθεται
άκρη άκρη στην καρέκλα
να μην επιβαρύνει το απόγευμα

μ’ όλο το βάρος της κατάκοιτης καρδιάς της,
ίσα ίσα να υπάρχει
σταματημένη μέσα στη ζωή της
από μιαν άπνοια τύχης,
ίσα ίσα για ν’ αντέξει τώρα
της έκπληξής της το σπασμό:

«Υπάρχουν θάλασσες
καράβια νευρικά
που σπρώχνουν λύσεις
στο ανεμπόδιστο;
Κι άνεμοι που ξεριζώνουνε τα στάσιμα;
Κι αυτά τα εύληπτα που πίνει χρώματα
το αλκοολικό απόγευμα
υπάρχουν;» Δεν το ’ξερε.
Δεν το ’ξερε η ζωή της

Τώρα
αποτολμά μια κίνηση παράξενη:
λίγο το σώμα ρίχνει εμπρός,
το ξαναφέρνει πίσω,
βαριά κωπηλασία μνήμης κάνει,
γιαλό γιαλό τα δάκρυά της.

Σιγά σιγά
απόγευμα, πρόσωπο και μπαλκόνι
από το σούρουπο υποσκάπτονται.
Το σχήμα τους παραφρονεί.
Σε χώρο θάμπους κλείνονται
να μην μπορούν να μπουν άλλο τα μάτια μας.
Νυχτώνει.

ΟΡΙΣΜΟΙ
Μ’ αρέσουνε οι διάφοροι θεοί
που συναντώ στα πάρκα, στα μουσεία,
και στων σπιτιών τους κήπους,
πάλαι ποτέ θεοί και τώρα τέχνη,
γνώσις μυθολογίας κι εξωραϊσμός.

Έτσι κι εσύ, θεά Αφροδίτη.
Σε συναντώ χρόνια τώρα,
μόνη, κατάμονη,
γωνία Κοδριγκτώνος και Κυψέλης
-μια διασταύρωση θνητών-
σ’ ενός σπιτιού τον κήπο,
ελάχιστον, όσο για να χωράει
το ξάφνιασμα που προκαλείς
κι ένα φυτό αναρριχώμενο που,
όταν του βάζει λόγια ο ήλιος,
σου αφήνει
μικρά σημάδια από σκιά
στο σχήμα και στο μέγεθος του φύλλου.

Και τώρα ήρθε πια η στιγμή,
Θεά Αφροδίτη, να μιλήσουμε
σαν ίσος προς ίσον. Θέλω να πω
σαν άγαλμα προς άγαλμα.
Λένε η Γη πως στρέφεται
περί τον πολυμήχανο άξονά της,
κι εκείνος μέσα μας.
Για να το καταλάβεις,
άξονας ή μοίρα
είναι αυτό που συνετέλεσε
ώστε να κουβεντιάζουμε τώρα οι δυο μας
σαν ίσος προς ίσον:
σαν άγαλμα προς άγαλμα.
Στρέφεται, λες ένα στρογγυλό
επίμονο κυνηγητό
της νύχτας πίσω από τη μέρα,
κι έτσι τελεσφορούν τα εικοσιτετράωρα.
Οξύ το πρόβλημα των εικοσιτετραώρων,
Θεά Αφροδίτη,  ή και του χρόνου.

Χρόνος είναι
ό,τι μεσολαβεί και μετατρέπει.
Διαιρείται σε στιγμές.
Στιγμή είναι, βέβαια,
ένα τίποτε του χρόνου.
Όμως χωράει τ’ αποκορυφώματα,
Θεά Αφροδίτη.
Κι εκτός που διαιρείται σε στιγμές,
εκτός που τις μεγάλες ιστορίες
στο έλεος της μνήμης τις αφήνει,
απαραιτήτως διαιρείται
(όπως ίσως σου έδειξε
το αναρριχώμενο φυτό)
σε τέσσερις μεγάλες εποχές:
στο χειμώνα, στην άνοιξη
στο καλοκαίρι και, τέλος,
στο περίλυπο φθινόπωρο,
που υπερασπίζεται πολύ τ’ αγάλματα
και κάποιους φθινοπωρινούς ανθρώπους.
Φθινοπωρινοί άνθρωποι
είναι αυτοί
που κουβεντιάζουνε μαζί σου
σαν άγαλμα προς άγαλμα.
Εις επήκοον της μοναξιάς.
Μοναξιά δε είναι, Θεά Αφροδίτη,
αυτή που φαίνεται στο βάθος:
πίσω ακριβώς κι από τις δυο μας.

ΠΑΣΧΑ ΠΡΟΣ ΣΟΥΝΙΟ
Η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη
λες κι από τις άκρες της σφιχτά
την έπιασε η στεριά και την τεντώνει.
Στην άκρη του γκρεμού,
που συγκρατεί το θέαμα,
ευωδιάζει ο ίλιγγος
κατρακυλούν αυτοκτονίες…

Αριστερά, η εποχή,
σε μια ακατάσχετη επιφοίτηση χρωμάτων.
Κι εκεί, προσκυνητάρι κατηφές,
έναν Χριστό, μη αναστάντα προφανώς, εγκλείει.
Γιατί στεφάνι εκ πλαστικού
επάνω του ακόμα ξεχασμένο
το πάθος της Σταυρώσεως παρατείνει.
Περί διαγενομένου του Σαββάτου,
Μαγδαληνής, Σαλώμης, και αρωμάτων
ιδέαν δεν έχει.
Σύμπτωσις:
Κι απ’ την καρδιά μου ο λίθος
ουκ αποκεκύλισται
ην γαρ μέγας σφόδρα

ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ
Φίλος
με ανεξακρίβωτη την έκφραση
με βλέμμα που, συχνά,
μεταναστεύει,
συνδρομητής της τέχνης
και του ωραίου γενικώς,
με ιδιαίτερη εκτίμηση
στο ποίημα του Έλιοτ  «Φλησβάς»,
έχει παρ’ όλα αυτά, μετατεθεί
σε μακρινή επαρχία

Φεύγοντας
παίρνει μαζί του τα απαραίτητα:
αποχαιρετιστήριες εκφράσεις,
την «Έρημη Χώρα»,
ένα γλυπτό για εταζέρα κι αναπόληση,
και προπαντός το μαγνητόφωνο,
να περιστρέφει το τακτόν
υψίσυχνα, μετατρεπτά,
στα τελευταία σουξέ.

Σσ συναντώ χρόνια τώρα, μόνη κατάμονη, θεά Αφροδίτη σε μια διασταύρωση θνητών, σ’ ενός σπιτιού τον κήπο,  εις επήκοον της μοναξιάς: ΧΡΟΝΟΣ είναι ό,τι μεσολαβεί και μετατρέπει, ό,τι διαιρείται σε στιγμές. ΣΤΙΓΜΗ είναι ένα τίποτε του χρόνου που όμως χωράει τ’ αποκορυφώματα… ΜΟΝΑΞΙΑ δε είναι αυτή που φαίνεται στο βάθος πίσω ακριβώς από κάποιους ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ που κουβεντιάζουνε μαζί σου σαν άγαλμα προς άγαλμα…. [Κική Δημουλά, από τη συλλογή ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ]

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΓΕΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΖΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ (και γύρω μας γιγαντώθηκαν τα σκοτεινά τριαντάφυλλα):

Και για να ’ρθουμε από τον τόπο μας εις άλλα μέρη το βλέμμα σου σα δυνατή γαλέρα μας πηγαίνει στα πιο παλιά στα ενδότερά της όνειρα… Κι από τα παραθύρια τα μυστικά, τα υπόγεια, κοίτα, ω ταξιδιώτη, έξω φουσκώνει αγέρας τα πανιά1.. Ένας κόσμος βολικός σα φορεσιά που κάποτες φορέσαμε. Οι αμμουδιές χωρίς πουλιά και τα νερά αταξίδευτα και οι μεγάλες πέτρινες στιγμές των αγαλμάτων ώσπου να ’ρθυνε πιο κοντά στις λυγαριές τα τζάμια όπου κοιτάμε, ώσπου να λιώσουν τα χαμόγελα οι βροχές και ν’ ακουστούνε κόκκινες σαν αναμνήσεις οι βροντές!.. Ω ζωή χωρίς αρώματα, χωρίς βαθιές περήφανες ματιές που πέφτανε σαν μαχαιριές το απόγευμα. Ο ουρανός εδώ ποτέ του δεν ανθίζει γιασεμιά κι οι ώρες κυλούν αιχμάλωτες σαν δάκρυα μες τα τείχη!.. Ω μια πόρτα ν’ άνοιγε κατά της γης τα μέρη και να ’σπαγε μες το νερό σαν άλλοτες το ρόδι γεμάτο περιστέρια. [ΕΙΣ ΑΛΛΑ ΜΕΡΗ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ – ART by Nekhbetsun ]


ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Τι είναι τα βήματα που ακούω πυκνά
Σαν να περνάει στρατός τη νύτα;
Τι είναι κάτι παράξενες φωνές
Σαν να μας δίνουν προσταγές;

Δεν είναι τίποτα παιδί μου
Είναι ο άνεμος μες τα πανιά
Είναι η βροχή στα κεραμίδια
Κοιμήσου κι αύριο θα δεις
Στο πέλαγος να φέγγουν τα νησιά.

Τι είναι τα χτυπήματα που ακούω
Αδιάκοπα στα παραθύρια
Σαν να ’θελαν να  μπούνε μέσα
Χιλιάδες άγρια πουλιά;

Είναι τα κύματα που ακούς παιδί μου
Που έρχονται από πέρα
Είναι τα άλογα του κυρ Βοριά
Κοιμήσου κι αύριο θα δεις
Το πέλαγος σπαρμένο γιασεμιά.

Τι είναι τα φώτα εκείνα μακριά
Που τρέμουν σαν αστέρια
Πες μου το όνομα πατέρα
Του μεγάλου καραβιού.

Δεν έχει όνομα παιδί μου
Το πλοίο αυτό που ταξιδεύει
Αόρατο χωρίς πανιά
Κοιμήσου τώρα και σ’ ακούνε
Στον κόσμο πέρα και θρηνούν.

Πατέρα μη μ’ αφήσεις μόνο
Γιατί ραγίζουν τα παράθυρα
Κι ορμάνε μέσα τα πουλιά
Που φτερουγίζουνε χωρίς φτερά

ΕΝΑ ΧΟΡΙΚΟ
ΞΕΝΟΣ:
Οι τρικυμίες με πέταξαν, ω φίλοι, σε τούτα τ’ ακρογιάλια
Ο άνεμος και οι βροχές μου σκάλισαν αυτό το πρόσωπο
Τα μάτια μου σκληράθηκαν κοιτάζοντας το πέλαγος
Η γλώσσα που μιλάω δεν είναι πια δική μου
Άλλαξε σιγά-σιγά καθώς ταξίδευα
Η μουσική σταμάτησε, οι ανθρώπινες φωνές χαμήλωσαν κι αποκοιμήθηκα.

ΧΟΡΟΣ:
Υπερήφανη σαν άστρο μια τέτοια αγωνία
Είσαι η ψυχή που χτύπησε αναπάντεχα η σαΐτα
Είσαι το βλέμμα  όπου πηγάζουν υγρές ακόμα οι αναμνήσεις
Από τα βάθη του καιρού μας ήρθες ταξιδεύοντας
Σαν το αθάνατο πουλί μες στα σεντόνια
Στοχάσου λοιπόν το απαίσιο αυτό παιχνίδι
Που μας ενώνει με τους αιώνες

ΞΕΝΟΣ:
Πώς θέλετε ν’ ακούσω μέσα στην ταραχή και την ομίχλη
Πώς θέλετε να θυμηθώ το αρχαίο κορμί που σύντριψε η κατάρα
Πώς να διακρίνω ένα καράβι από μια ψυχή
Αφού ταξιδεύουν κι οι δυο τόσο απαράλλαχτα στο πέλαγος;

ΧΟΡΟΣ:
Δοκίμασε να θυμηθείς, δοκίμασε να θυμηθείς
Το σώμα που σωριάστηκε στο νυφικό τραπέζι
Το σπέρμα που τινάχθηκε μέσα στο άδειο κορμί
Το χαμόγελο που φανερώθηκε την αυγή
Το χέρι που πρόδωσε το ηλιοβασίλεμα
Και το πανί που ανέλπιστα φουσκώνει  ο άνεμος
Όπως ανάβει ξαφνικά μες στο σωρό ένα πρόσωπο
Και γίνεται ολοκαύτωμα σαν πεύκο στο σκοτάδι.

ΞΕΝΟΣ:
Οι τρικυμίες με πέταξαν, ω φίλοι, σε τούτα τ’ ακρογιάλια
Πώς θέλετε ν’ αναγνωρίσω, πώς θέλετε να καταλάβω
Τόσα καινούρια πρόσωπα τόσα καινούρια βλέμματα
Τα σπίτια αυτά δε μοιάζουνε μ’ αυτά που κατοικούσα
Κοκάλωσαν τα χέρια μου βαστώντας το τιμόνι
Πού ’ναι τα δένδρα που ήξερα, πού’ ναι τα κελαηδίσματα;

ΧΟΡΟΣ:
Είναι τα μονοπάτια που διαλέξαν ν’ αποφύγουν οι θεοί
Είναι τα πράσινα βουνά τώρα ολόγυμνα
Τόσες ψυχές που κατρακύλησαν σαν πέτρες μέσα στα χρόνια
Ήτανε κάποτες πανίσχυρες σαν τριαντάφυλλα
Ήταν λαφρύτερες απ ’το νερό σκληρότερες απ’ τη φωτιά
Ήταν γενναίες και μεθοδικές σαν αηδόνια
Μάθε λοιπόν δεν είσαι συ το μόνο αμάρτημα του ήλιου.

ΞΕΝΟΣ:
Τι είναι λοιπόν αυτές οι μαχαιριές ω φίλοι
Αυτός ο θόρυβος των λουλουδιών που μεγαλώνουν
Αυτό το τρίξιμο των εποχών που αλλάζουν
Αυτός ο ψίθυρος των πλοίων που με πλησιάζουν σημαιοστολισμένα;

ΧΟΡΟΣ:
Είναι τα σπίτια που αγαπήσαμε τόσο απόμακρα
Είναι τα χείλια που ακουμπήσαμε τόσο αλλαγμένα
Είναι τα δυο κρεβάτια όπου κοιμούνται ατάραχοι οι ωραίοι νεκροί
Αμάραντος και Κριναγόρας

ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
Πέρα τα σκοτεινά τριαντάφυλλα ωριμάζουν
ποιο χέρι τα ποτίζει και ξαναφυτρώνουν
ποιο μάτι τα κοιτάζει και μεγαλώνουν
Κρυφά τη νύχτα όταν κοιμόμαστε.

Όταν πρωτόρθανε σε τούτο το ακρογιάλι
Ο ήλιος έλαμπε πάνω στα νησιά
Το αίμα φτερούγιζε ζεστό στις φλέβες μας
Τα μάτια μας ήταν γερά και διάβαζαν

Μέσα στον ύπνο τα όνειρα
Μέσα στο βλέμμα σου τις πυρκαγιές
Μες στη φωνή σου τις φωνές

Μιας μακρινής στεριάς… Τώρα από παντού
Ακούμε τα βαριά τους πέταλα να προχωρούν
Αργά ψιθυριστά σαν τα φιλιά των εραστών
Κατά δώθε που στεκόμαστε κι αγναντεύουμε

Σαν στρατιώτες τη μεγάλη συμφορά.
Ποιος μας ετοίμασε το δείπνο τούτο;
Ποιος μας έφερε εδώ που μόνο οι σαύρες ζούνε;
Ποιος χάραξε στην πύλη μας το τρομερό αυτό μήνυμα;

Έτσι καθώς ζαρώνουν πέρα τα βουνά
Αδειάζει σιγά-σιγά το σπίτι που αγαπήσαμε
Όπως μια βρύση που στερεύει και γύρω μας
Γιγαντώθηκαν τα σκοτεινά τριαντάφυλλα

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι