Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΕΣΩ ΣΩΜΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ Η ΑΡΧΗ ΕΝΟΣ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (να ’ναι αργός ο δρόμος του ανέμου…)

Δεν υπάρχει σύνορο ανάμεσα στο φως της μέρας και της νύχτας. Τρίζει το σκαρί και οι ρεμβασμοί της πλώρης συνέχεια αιωνιότητας. Η ψυχή μου καυτός ανεμοστρόβιλος υπόσχεται το τίποτα.
Εγώ τους τόπους είχα ονειρευτεί όπου τα’ άλογα ξέφρενα τρέχουν στα γλιστερά μονοπάτια του ήλιου σ’ άρματα κι άμβωνες, το κορμί μου στα ύψη οραματίστηκα. Κι όμως τις μέρες μου ταχτικά τελείωνα εκεί στο πατρογονικό πηγάδι με τα πρόσωπα και τα πράγματα της αυλής, μαζί μου χρόνους πολλούς σβησμένους.Χάνεται η ομορφάδα των βουνών όταν τόπο δεν έχεις υψηλό να δεις!.. Το ρόλο υποδύθηκα του σύννεφου που δεν θα φέρει ποτέ ευλογία [ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ από το Ημερολόγιο του Βύτου, από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΛΥΚΟΙ και ΣΥΝΝΕΦΑ 1963 – με ΚΛΙΚ στην εικόνα της ποιήτριας ξετυλίγονται οι ΔΕΚΑ ΜΕΡΕΣ από το «βίο» του «Βύτου και της Αλιείης», τα μυθικά πρόσωπα που επέλεξε η ποιήτρια σαν βγήκε… στο δικό της πηγαιμό για τη μακρινή χώρα της Ποίησης.    Κατά μία μυθολογική παράδοση ο Βύτος είναι σύζυγος της Θεάς του έρωτα και της γονιμότητας, της Αφροδίτης. Ο Βύτος και η σύντροφός του, η Αλιείη συμπλέκονται στο ποίημα με τον κρητικό μύθο του Μινώταυρου. Τα μυθολογικά αυτά πρόσωπα λειτουργούν ως πρόδηλα σήματα της σύνδεσης της τότε εικοσιπεντάχρονης αλλά και τόσο ώριμης ήδη ποιήτριας με τις πατρογονικές ρίζες του τόπου της και των ανθρώπων του – βλέπε ΣΧΟΛΙΟ Ευριπίδη Γαραντούδη στο τέλος της ανάρτησης)




ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ (από το Ημερολόγιο του Βύτου)
Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού/

Φώτα της παραλίας νεκροπομπή
για τα χόρτα του καλοκαιριού.
Τα καλέσματα των μανάδων
σε εσπερινή μετάνοια
πήραν ήχο φθινοπωρινό.

Πηγαίνω στην πρώτη βροχή
που ’ρχεται από τη θάλασσα.
Τη φυγή –τελείωση πανάρχαιας δίψας-
την ονόμασαν για μένα θάνατο.

Να ’ναι αργός ο δρόμος του ανέμου.
Σιγά να χαράζουν τα περβόλια του ορίζοντα
να τα καλλιεργήσουμε οι σύντροφοι του τέλους.
Σιωπηλά τα καΐκια περιμένουν τη μέρα
στη νυχτερινή πραότητα του λιμανιού.
Η γεύση του σταφυλιού και του σύκου
ανήκει πια στους τόπους της μνήμης.

Το σώμα μου έγινε η αρχή του ταξιδιού.

ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ
Μεσημέρι Σεπτεμβρίου
μικροκουβέντες των συντρόφων
στην ηπιότητα του ήλιου.
Χρώματα ετοιμάζονται απογευματινά
σκαλοπάτια για το φθινόπωρο.
Χαρά στον κλήρο μου το θάνατο.
Ειρήνη είναι με το θαύμα
που ανήλεα προπορεύεται.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΡΑ
Χλομά τα πρόσωπα των δένδρων
μόλις που εμφανίζονται στους μικρούς ύπνους.
Γυμνός ο αγέρας
χωρίς μηνύματα γαζίας.

Τα επτά κορίτσια
κλείνουν τους λαιμούς στο φόβο.
Φοβούνται το φως, τη βροχή
τα χέρια τους αμάθητα
μην αγριέψουν στην αρμύρα.
αποχαιρετούν τα ονόματά τους
και τα μαλλιά τους.

ΠΕΜΠΤΗ ΜΕΡΑ (στην Αλιείη)
Ιέρεια του θανάτου με το αστρένιο σώμα
σε κάλεσε ο αποσπερίτης σε θρήνο
κι εσύ τέντωσες δυο συκιές τα μπράτσα σου
κι ανάμεσά τους το φεγγάρι.

Κλαις γιατί ’ναι η εποχή
που ντύνονται φύκια τα σώματα των αγοριών
τη ζέστα του σταρένιου ψωμιού τυλίγονται
μούστο και ρεύμα και κυκλάμινα οπλίζονται.
Πιάνονται χέρι-χέρι με το γιόμα
και κατεβαίνουν τα μονοπάτια μεσ’ απ’ τις ελιές
μεσ’ απ’ τα πουλιά του καλοκαιριού.

Έρχονται.

Τρέφουν την ανάσα των κυνηγημένων ζώων
κι άλλες ιστορίες απ’ την παρουσία τους
δεν έχουνε να που.
Δακρύζεις, της είπα.
Στον ώμο σου ακουμπάει να κλάψει
ο ουρανός.

ΕΚΤΗ ΜΕΡΑ
Εκτείνεται η μορφή σου
σαν τις πάλλευκες αίθουσες του πατρικού.
Τα περιστέρια μεταλάβαιναν απ’ τα χέρια σου
και άφηναν στα μάτια σου τον οίκτο
για τα ερπετά και μικρά της γης.

Ανθούσαν γαριφαλένια τα μεσημέρια σου
και περιπλανιόσουν με το άστρο της νύχτας
στις ψηλές κολόνες στολίζοντας τες.

Τώρα ακουμπάς στην περηφάνια
τράπεζα αγία των αναστεναγμών

ΕΒΔΟΜΗ ΜΕΡΑ (Είπε η Αλιείη)
Ετοίμαζαν την αναχώρηση οι γυναίκες
κι έφερναν λεμόνια και φύλλα μαστιχιάς
οι συντρόφισσες των παιχνιδιών
για τα δαιμονικά της θάλασσας
και μυρωδικά για την ώρα του θανάτου.

Έβαλα γιασεμιά στα γένια του πατέρα
γλυκά κοιμούνται τα γεράματα
κι απομακρύνθηκα απλά
ενώθηκα με τη σκιά μου
και πάω κατά τον ήλιο.

Ήρθε η αυγή
κι ό,τι κοριτσίστικο
είχα χαράξει στο πλαξκόστρωτο
παιχνίδια της κιμωλίας
ονόματα, φανταστικά καράβια
έχει χαθεί.

ΟΓΔΟΗ ΜΕΡΑ
Σήμερα προσεκτικά ακούσαμε
τα ψάρια και τα λουλούδια του βυθού.
Περιμέναμε
και το πρωινό περίμενε
με τους ουρανούς εκθαμβωτικά καινούριους
φωνές από τις σιωπηλές παρουσίες της θάλασσας.

Στο τέλος του ταξιδιού
θα ξέρουμε πια τη ζωή
των φυτών και των αέρηδων
όπως μας την διηγήθηκαν.

ΕΝΑΤΗ ΜΕΡΑ
Σχέδια για το θάνατό μας
κάναμε απόψε
και ήταν σαν να μαντεύεις
τα τραγούδια που απομακρύνονται
από την ακτή
μαζί με τους ψαράδες.

Θα ’ναι θρασεία η ματιά του ήλιου
ή ρίζες αρχαίων δένδρων
να ζώνουν όλο πιο σφιχτά
ή σε νερά ατέλειωτα θα βυθιστούμε
με το βάρος των ημερών;
Μετάλλινος θόρυβος
κραυγές πληγωμένων πουλιών στα ύψη
θάλασσα από στάρι
ή θα πεθάνουμε
απ’ τα πολλά ηλιοτρόπια;

ΔΕΚΑΤΗ ΜΕΡΑ
Αλιείη, ξέρεις την αγάπη
για τις παλίρροιες και τα ξενιτέματα
για το μεγάλο ελάφι
που μας έδωσε τις κνήμες
για τον μεγάλο αετό
που έδωσε τα μπράτσα.
Την αγάπη για τον γκιόνη του φεγγαριού
για το μυρμήγκι του χειμώνα
την αγάπη, την αντοχή
τη νίκη στην ομορφιά και τη γλυκιά μέρα.
Ξέρεις την αγάπη για το Μινώταυρο, Αλιείη;
Αυτή είναι η δική μας αγάπη.
Μην πεις πως δεν είναι ανθρώπινη.
Άγριο θυμάρι είναι
όρθιο στην αστραπή και στον κακό καιρό
χρυσή αλεπού ασυντρόφευτη
θεριό-βιγλάτορας είναι.
Όχι φυτό σπιτικό
άνθος της γλάστρας
δε θέλει περιποίηση
δε θέλει πότισμα.
Μόνο αγριάγκαθο είναι
και ανθίζει στον γκρεμό.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΒΥΤΟΥ ΙΙ ΜΕΡΟΣ
Ξένη γη
νέα κοπάδια στις υπώρειες των βουνών.
Ο Ταύρος του Μίνωα
κλίνει στη σκιά την κεφαλή.
Εγκαταλείπει τις αισθήσεις
την όσφρηση την Κυρά.
Τώρα που καλά γιόμισε το χώμα
μελλοντικούς καρπούς
τώρα που οι σφήκες και τα χελιδόνια
θα διαιωνίζονται με τα φύλλα
και τα νερά υπομονετικά
θα γεννήσουν την πέτρα
κι η πέτρα τα νερά
και τα νερά την πέτρα
τώρα που γέμισε βοές θεών το σπήλαιο
πεθαίνει ο Μινώταυρος.

Σε τέσσερις θάλασσες αναλύονται
οι τέσσερις οπλές του.
Το κεφάλι του γεννήτρα των βουνών
κι η μαλακή κοιλιά του
μάνα σιωπηλή των χνουδωτών ζώων
ανεβαίνουν στ’ άστρα.
Η Αλιείη θα προχωρήσει
με τους δυο της ήλιους
μεσημεριάτικους λευκούς
με τα δυο της χέρια
ακροθαλάσσια της συννεφιάς
και τότε θα ταξιδέψει πια
-άνεμος που συρτά σηκώνεται-
ο Μεγάλος Μινώταυρος-
με το προαιώνιο σκαρί
χωρισμένο σε δυο αετοφτερούγες.

Στον Λευκό χιτώνα της
είχε χαράξει με το χνότο του
τον κόσμο.
Τώρα ο χιτώνας πιο λευκός παρά ποτέ
κι ο κόσμος ένα γύρω.
Ανασαίνει ο Ταύρος
όπως ύστερα από ωραία πράξη
κι ο Βύτος ετοιμάζει το δρόμο του θεού.
Μιλάει στις πέτρες
κι ανθίζουν οι πικροδάφνες
στα φεγγάρια και στους ήλιους των ημερών.
Συναδελφώνει τις πατούσες του με το χώμα
το μέτωπο με τους αστερισμούς
η Λευκή Αρκούδα
ξαναγυρνά στα φύλλα.

Τώρα μένει ν’ ακολουθήσουν
τα επτά σπίτια των Αθηνών.
Οι κορδέλες των επτά κοριτσιών
τυλίγονται ξετυλίγονται
στους σκιερούς κοιτώνες ορφανεμένες.
Παρθενικά πρωινά
θλίβονται τα γεράνια στα κλειστά παράθυρα.
Επτά βρύσες στέρεψαν
απ των παλικαριών το βήμα.
Βουβά τα κατώφλια
δυσπιστούν στο φως.
Τώρα μένει το θαύμα.
Οι μάνες να πονέσουν τον Μεγάλο Ταύρο
και να καλημερίσουν τα παιδιά τους
στα παρτέρια του κήπου-
κι άλλα νιολούλουδα βρέχει η ανατολή.
Οι πατεράδες να καμαρώνουν τους γιους
σε μια χούφτα άνοιξη
και σ’ όλα τα πρόσωπα
να ’ναι πρωινή δροσιά το κλάμα.
Έτσι θ’ αναπαυθεί ο θεός Ταύρος
θ’ αρνηθεί το φόρο
θα προδώσει το καταφύγι του.
Μακρύς θ’ ανοίξει ο δρόμος.
Μεσοστρατίς στο ξέφωτο θα σταθούν.
Θα του λεν παραμύθια
που γέννησαν γι’ αυτόν
με τη βοήθεια των λύκων και των αστεριών
και θα διηγείται
τους πόνους της ανείπωτης γέννας.
Τελευταίος θεός αμφίβολα γενναίος.


Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ:  Το Έσω σώμα  ή η αρχή ενός ατελείωτου ταξιδιού

Προσπαθώντας να ιχνηλατήσω τα ορατά και ίσως τα κρυμμένα σημάδια της πορείας της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ μέσα στον χρόνο, ανέτρεξα στις αρχές αυτής της πορείας, στο πριν από 50 χρόνια εκδομένο πρώτο βιβλίο της Λύκοι και σύννεφα (1963). Η προσοχή μου αγκιστρώθηκε στον πρώτο στίχο της πρώτης ενότητας εκείνου του βιβλίου, της ενότητας «Βύτος και Αλιείη», και στην αφιέρωση της ενότητας. Ο στίχος είναι «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού» και η αφιέρωση είναι «Του Νίκου Καζαντζάκη». Στο ποίημα ο στίχος εκφέρεται από την ποιητική περσόνα, όπως λέμε, την περσόνα του Βύτου. Κατά μία μυθολογική παράδοση ο Βύτος είναι σύζυγος της Θεάς του έρωτα και της γονιμότητας, της Αφροδίτης. Ο Βύτος και η σύντροφός του, η Αλιείη, η γυναικεία περσόνα, συμπλέκονται στο ποίημα με τον κρητικό μύθο του Μινώταυρου. Τόσο τα μυθολογικά πρόσωπα του ποιήματος όσο και η αφιέρωση της ενότητας στον εκλεκτό και αγαπημένο νονό της Αγγελάκη-Ρουκ, τον Νίκο Καζαντζάκη, σκέφτηκα ότι λειτουργούν ως πρόδηλα σήματα της σύνδεσης της τότε εικοσιπεντάχρονης αλλά και τόσο ώριμης ήδη ποιήτριας με τις πατρογονικές ρίζες του τόπου της και των ανθρώπων του. Από εκεί και πέρα άρχισε η κυοφορία του ποιητικού έργου της και το ρίζωμά του μέσα στον χρόνο με 15 ποιητικά βιβλία – τουλάχιστον έως το 2011 που κυκλοφόρησε Η ανορεξία της ύπαρξης… Ξαναγυρίζω όμως στην αρχή της πορείας και ξαναπιάνω το νήμα του πρώτου στίχου, «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού», επειδή μου φαίνεται ότι ο στίχος αυτός είναι η άκρη του κουβαριού που μπορεί να μας οδηγήσει έξω από τη σπηλιά του Μινώταυρου, στο φως της ζωής και της ποίησης που διανύθηκαν με την επίγνωση ότι το σώμα είναι η αρχή ενός ταξιδιού ή, για να το πω αλλιώς, ότι «κατά βάθος ο ποιητής έχει ένα θέμα: το ζωντανό σώμα του», σύμφωνα με την πολύ γνωστή ρήση του Σεφέρη από τις Μέρες 1945-1951, που η Αγγελάκη-Ρουκ έβαλε ως επιγραφή στο βιβλίο της Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό (1974)… [απόσπασμα από το ΣΧΟΛΙΟ του Ευριπίδη Γαραντούδη στο περιοδικό ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ]


ΜΟΝΑΞΙΑ: Αν ενώσεις το βροχόνερο με τα δάκρυ σου, το γέλιο σου με τον ήλιο, το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου. Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν με τα χέρια αδειανά, με τα πόδια γυμνά, θα βρεις τη μοναξιά σου. Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου, μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ’ναι γραμμένη απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου. Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους, θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω γιατί δεν θα το μπορούν, θα ’ναι βαρύ γι’ αυτούς και θα ’ναι πάλι η μοναξιά σου. Αν φωνάξεις την αγάπη σου, θα ’ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή, γιατί δεν είχε κουράγιο να περάσει όλες τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα, όλους τους λασπωμένους δρόμους. Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη, λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ, τα λόγια της μοναξιάς σου. Θεέ μου, τι θα γίνουμε; Πώς θα πορευτούμε; Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε; Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων των ψυχών από δίπλα μας; Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος. Μια θα ’ναι η Νίκη: αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε. Μόνοι μας [Το ποίημα ΜΟΝΑΞΙΑ της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΟΧΗ στο τεύχος Φθινόπωρο 1956 μαζί με γράμμα του Νίκου Καζαντζάκη που συστήνει το ποίημα. Αυτό το ποίημα επέλεξε η ποιήτρια ως ΠΡΟΛΟΓΟ στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της ΠΟΙΗΣΗ 1963-2011]
  

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΧΤΙΔΑ, ΚΑΘΕ ΠΟΙΗΜΑ ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΦΩΤΟΣ (κραυγάζω ήσυχα απαλά σχεδόν ψιθυριστά)

Πάνω στον ήχο της φωνής σου τη ζωή μου στοίχειωσα. Αν σταματήσεις το τραγούδι, θα τελειώσει ο κόσμος!..
Όχι δεν είναι η σκιά έξω απ’ την πόρτα μου που με φοβίζει, ούτε οι στεναγμοί και οι θρήνοι που έρχονται απ’ το δρόμο. Ξέρω καλά, το νιώθω, πως όλα αυτά γεννήματα της φαντασίας μου είναι. Ξέρω καλά πως έστω και μια κίνησή μου φτάνει για ν’ αποδιώξω αυτούς τους εφιάλτες. Ο φόβος μου γι’ αυτούς δεν είναι, αλλά γι’ αυτή την κίνηση που δεν μπορώ να κάνω… (ΕΦΙΑΛΤΗΣ από την ενότητα Τραγούδια για της δίχως φεγγάρι νύχτες στη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΦΩΤΟΣ 1966 – Art by augusto giacometti paintings]


ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
Θυμάσαι
το σπασμένο κέλυφος
του ονείρου που πέταξε
ή το δοχείο των δακρύων
που εξατμίστηκαν;
Είχανε γίνει
δυο θαυμάσια ανθοδοχεία.
Βέβαια, δεν είχαμε πάντοτε
λουλούδια να τους βάζουμε
και πιο πολύ,
δεν είχαμε ακριβά λουλούδια.
Όμως εσύ όλο και κάτι θα ’βρισκες
συνήθως παπαρούνες
ή ανεμώνες.
Το χρώμα που σου άρεσε
ήταν το κόκκινο.
Έτσι, έγινες καράβι
και ταξιδεύεις τώρα
μες στο αίμα μου.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ
Θα ’ρθει καιρός
που θα στερέψει η θάλασσα
και θα γενούν τα πλοία
καραβάνια
και θα γενεί η ψυχή μας
έρημος
κι οι γλάροι κατοικίδια όνειρα.
Θα ’ρθει καιρός
που ο θάνατος
δεν θα ’ναι πια ο βυθός
αλλά ο ήλιος
και νοσταλγία
όχι η στεριά
μα το νερό.
Τότε
και τ’ όνειρο
θα αλλάξει χρώμα
δεν θα ’ναι πια γαλάζιο
αλλά κίτρινο

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ
Η θάλασσα
έγινε πια αυτό που λένε
«μια  όμορφη ανάμνηση».
Έτσι, για να ζήσουμε τώρα
κάτω απ’ το σκοτάδι του νέου ουρανού,
πρέπει να πούμε φάρους
τις φωτεινές επιγραφές
και προκυμαίες
τους δρόμους των μπορντέλων.
Όσο για τα ξίδια και ναυάγια,
αρκεί ένα μπουκάλι
με φτηνό κρασί
και μερικά βαριά τσιγάρα.

ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΠΡΩΤΗ
Κρυώνατε
και σας έντυσα τα ρούχα  μου
πεινούσατε
και σας τάισα τις σάρκες μου
διψούσατε
και σας πότισα το αίμα μου.
Κι όταν ντυθήκατε και χορτάσατε,
ζητήσατε τραγούδι
κι εγώ σας έδωσα τα κόκαλά μου
και τα κάνατε φλογέρες
μα ήταν αδέξια τα χείλη σας
και το τραγούδι βγήκε
παγερό και πένθιμο
κι αρχίσατε να κλαίτε
και να βρίζετε…
Κι όμως δεν κράτησα για μένα τίποτα
έξω από την ηδονή
της προσφοράς.
Μη μου την παίρνετε.

ΧΡΟΝΙΚΟ
Κι ύστερα
ήρθε το μαχαίρι
κι η φωτιά,
κι ύστερα οι χτίστες ήρθανε
κι οι δρόμοι
επιστρέψανε στη θέση τους
και τ’ όνειρο ξανάρχισε
να σεργιανάει μέσα στην πόλη,
Και γέρασε η πόλη
εν ειρήνη
και γίνανε οι δρόμοι της
γεροντικές αρτηρίες
νεκρωμένες
κι έγινε τ’ όνειρο
εφιάλτης και βρυκόλακας
που ξύνει με τα νύχια του
το νυχτωμένο πρόσωπό της.

ΠΑΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΝ
Μοιάζεις με τον Ναζωραίο,
μου είπες
βλέπω στα μάτια σου
μια σταυρωμένη καθημερινότητα.
Έφερα τότε τις παλάμες μου
στο πρόσωπο
σαμ να ’ταν ν’ αποφύγω έτσι
το ποτήριον των λόγων σου.
Ήταν όμως τρύπιες οι παλάμες μου
και μέσα από τις τρύπες,
όξος και χολή
το βλέμμα σου
πότιζε τα στεγνά μου χείλη.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Δώστε μου πίσω
το χέρι μου
πρέπει να μιλήσω
στο κορμί της,
πρέπει να δείξω στον άνεμο
τι δρόμο θα πάρει
για ν’ αποφύγει
το δάσος που φοβάται.
Πρέπει να βάλω το δάχτυλο
στις πληγές του ονείρου
για να πιστέψω
πως δεν πέθανε,
μόνο πληγώθηκε.
Δώστε μου πίσω
την κούπα της παλάμης μου
έχω πολλά ορφανά
περιστέρια
να ταΐσω ακόμα.
[από την ενότητα Τραγούδια για της δίχως φεγγάρι νύχτες στη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΦΩΤΟΣ 1966]

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΜΑΥΡΗ ΚΕΦΑΛΟΔΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΕ ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΝΑ ΝΤΥΣΕΙ ΕΝΑ ΛΥΓΜΟ:   Κι ήτανε λέει η θάλασσα χρυσή κι ο ήλιος ήτανε γαλάζιος και το κορμί σου ήταν πέτρινο κι οι βράχοι ρόδινοι έφηβοι που τραγουδούσαν για να διώξουνε το φόβο της σιωπής σου (ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ) Παράθυρο κλειστό το πρόσωπό σου και οι ρυτίδες, που το μέτωπό σου χάραξαν, γρίλιες μισανοιγμένες. Έσκυψα τάχα για να πάρω ένα φιλί κι είδα το λογισμό σου έναστρο ουρανό (ΣΙΩΠΗ) Ήτανε λέει διάφανο το στήθος σου κι είδα, σα σε ρολόγι ανοιγμένο το μηχανισμό των σπλάχνων σου να δίνει αίμα και κίνηση στα δυο σου χέρια, δείχτες της αγάπης (ΕΡΩΤΙΚΟ) Στη μέση του μεσημεριού η δίψα σου. Στης δίψας σου τη μέση ένα πηγάδι δίχως νερό, γιομάτο σαύρες και ψοφίμια. Κι έσκυψες πάνω απ’ το πηγάδι κι έκλαψες κι εκείνο σου ’πε: «ευχαριστώ για τη δροσιά (ΠΛΗΡΩΜΗ) [Πέντε Όνειρα από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΦΩΤΟΣ 1966]

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΙΚΟΝΑ: ΑΥΤΗ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ:


Η αναγέννηση. Αρχίζει μια Αναγέννηση Μια απροσδόκητη Αναγέννηση φύσηξε απότομα πάνω από σφαγές λαών κι αδιάφορη για τις σφαγές. Σαν εξουσία δόξας θα παρουσιαστεί. Θα παρουσιαστεί με την βία όπως η καταστροφή. Εκεί που όλα τέλειωναν των ανθρώπων. Προτού το τέλος ο κόσμος ετελείωνε αρχινώντας. Αυτά οι άνθρωποι αποστρέφονται αυτήν την τελευταία αναγέννηση. Σφαδάζουν και δοξάζονται υποφέροντας. Η αναίτια Αναγέννηση ανασηκώνει από κάτω τους ανθρώπους σαν στέψη λογχισμένων. Μια αφύσικη αναζωογόνηση θα τους διεγείρει. Εμψυχώνει αλλά μ’ έναν τρόπο ακίνητο τανύει την ψυχή τους την αραιώνει τρομακτικά. Αλλά η μοίρα των ανθρώπων αντιστέκεται. Η φύση τους συντρίβεται και έτσι ρημαγμένη υψώνεται. Από τη σύμφυρση τέλους κι αρχής. Από την εναντίωση των ανθρώπων γεννιέται ο εξής αιώνας οι άνθρωποι όρθιοι… με μία σκληρότητα. Σαν να είχαν μιαν οίηση κρίματος. Στέκονται ακίνητοι σ’ αυτήν εδώ την ομαλή άκρια της στεριάς. Μπροστά στην αχανή θάλασσα κι ερεθισμένοι από το νερό. Σταματημένοι άνθρωποι και υπαίθριοι και η Αναγέννηση έμοιαζε με ιταλική. Άφθονα περιτυλιγμένοι με πολυτελή υφάσματα. Αλλά ανάμεσα στα υφάσματα εκείνα έχαινε η πιο βαθιά φτώχεια. Σκεπασμένοι παντού με υπερβολικά ρούχα πριγκίπων όπου η χλιδή ετρίφθηκε με τον καιρό. Μέσα σε απέραντες και βαθιές πτυχές και στον βυθό των υφασμάτων εμάντευες πνιγμένες πολύτιμες κλωστές και νήματα ατόφια. Μέσα στον όγκον εκείνον του πανιού μονάχα τα πρόσωπα εφαίνονταν. [αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, εκδόσεις Κέδρος 1979]



ΚΙ ΕΚΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΕΚΑΤΟΙΚΟΥΣΕ ΕΝΑ ΚΛΑΜΑ ΚΑΙ ΓΥΑΛΙΖΑΝ ΜΕΓΑΛΑ ΜΑΤΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ…
Όρθιο εκείνο το πλήθος κι εκχριστιανισμένο. Με την αθέλητη ζωή που από φύση δεν την άντεχαν και δεν προσδοκούσαν. Όμως την άντεξαν και ο λαός των ανθρώπων τυραννισμένος. Μέσα στο φως αυτής της Αναγέννησης υψώνονται βασανισμένοι αλλόκοτα. Αλαζονικά δυστυχισμένοι στέκονται εκεί ασάλευτοι. Ριπές από μακρινές φωτιές άλλων βουνών κι άλλων νησιών της θάλασσας. Οι φωτιές βρέχουν τα πρόσωπά τους. Λιώνουν και χύνονται μέσα στις σκληρές πτυχές των φορεμάτων. Γνωρίζουν πως οι φωτιές αυτές ανάφτηκαν για άλλες φωτιές πιο μακρινές κι εκείνες για μακρύτερες. Από τον άγνωστο τόπο όπου επαίχθηκε η ζωή τους. Αλλά εγώ μ’ έναν κρύο τρόμο συναισθάνομαι τα αισθήματα εκείνων που άναβαν φωτιές. Με τι αισθήματα ανάβαν; Προπαντός οι πιο κοντινοί από βορρά και μ’ έναν αισθηματικό θυμό συγγενικό τους συνερίζομαι. Γιατί κατάγομαι από τη Θεσσαλία.

ΤΟΤΕ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΘΑ ΑΦΑΝΙΣΤΕΙ ΚΙ ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΑ ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΟΙΧΩΝ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΟΥΝ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΙ:
Έλεγες πως για ένα κρίμα οι άνθρωποι απαγόρευαν τον κήρυκα και τον εμπόδιζαν. Είχε έρθει η ώρα που ο άνθρωπος ήρθε επιτέλους η ώρα ο άνθρωπος να απολογηθεί; Αλλά η απολογία ακούγεται πάντα από μακριά. Μην αγγίζεις άνθρωπο όταν απολογείται. αποφεύγουν τον κήρυκα γιατί έχει ξένη καταγωγή. Όμως συναισθανόταν μια συγγένεια να τους παραφυλά από τον ξένον αυτόν και φυλάγονταν. Γιατί κρατάει από παλιές επιμειξίες ανθρώπων που αιματοκυλίστηκαν και χάθηκαν για πάντα. Η χώρα τους ήταν βάρβαρη και πνευματική. Έβλεπες πάνω στο σώμα του σημάδια από λαούς που τρόμαξαν. Αιώνες παγιδεύτηκε η φυλή του ξεκληρίστηκε. Επίτηδες ο φύλακας έχει άγνωστη καταγωγή. Δεν την ομολόγει και την κρατά κρυφή την έσφιγγε θυμωμένος. Την εξαφανίζει και μονάχα σε τρίμματα ονείρων όταν τα όνειρα ανοίγουν. Τότε μονάχα βγαίνει λίγο αίμα από την καταγωγή του και μόλις φαίνεται

Η ΟΨΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΚΗΡΥΚΑ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ
Ο κήρυκας είναι χαρακτηριστικός. Αδύνατος και με σκούρο πετσί. Σαν έλληνας βαμμένος από τον ήλιο. Αφού κατάγεται από σκιερούς ήσυχους ποταμούς κι επί αιώνες έπειτα βάδισαν μέσα στον ήλιο. Τυραννίστηκαν από τον ήλιο. Τα μάτια του είναι φωτεινά σαν κίτρινα. Δεν ξεχώριζες αν είναι τρομαγμένα ή φανατικά. Στένεψαν προσηλωμένα και με δυσκολία πια αναγνωρίζουν. Με απότομες κινήσεις σαν αναστημένος. Συχνά μιλάει στα τυφλά σα να οργίζεται μ’ ένα πεθαμένο. Αλλά ποτέ δεν χάνει από το νου του κι όλα τα πραγματικά τα παρακολουθεί. Δύσκολος ο λόγος του αφού ο ταραγμένος νους κι οι ψυχές που διαρκώς κινιούνται έχουν πάντα μια φτωχή ομιλία. Γέρνει εμπρός και καμπουριάζει λίγο γιατί έμαθε να προφυλάγει τη μπροστινή μεριά του σώματος εκεί όπου αισθάνεται πως όλο μαζεύεται και κουβαριάζεται συνέχεια η ψυχή του. Αντιστοιχεί στο διάφραγμα και με ακτίνες που πονάν ορμά προς την κοιλιά και την καρδιά ως τον λαιμό. Αφήνει απ’ έξω το κεφάλι κι αυτό στριφογυρνά σαν κομμένο ανάμεσα στο σώμα και στον ακατοίκητο αέρα. Και σαν από γενιές να έμαθε να γέρνει προς τα εμπρός για να σκεπάζει με το σώμα του για να τα προστατεύει. Εκείνα τα ατελείωτα που δούλευε στα χέρια

ΜΙΚΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΔΟ
Ανέβηκε στην επιφάνεια του χώματος. Ακολουθώντας έναν λοξό ανήφορο τον ανέβηκε με κούραση. Λοξά παρουσιάστηκε στην πόλη. Εξαντλημένος σα να γεννιόταν εκείνη τη στιγμή που παρουσιάστηκε. Αργά έτρεφαν τα μέλη του και δυναμώναν να γίνει ολόκληρος να βγει. Έτοιμος και τελειόμηνος κάτοικος αυτής της χώρας. Αλλά ακόμη η ψυχή του δεν είχε σχηματιστεί. Σκληρός σαν πολιούχος εμφανίστηκε στους δρόμους. Όλοι τον αναγνώριζαν αλλά κανένας δεν τον έλεγε. Η πόλη ήταν κατεστραμμένη και ισοπεδωμένη. Σκαμμένα τα χώματα και αραιές παλαιϊκές οικοδομές ορθώνονταν μακριά και χρησιμεύαν για θεομηνίες. Πιο μακριά στη θάλασσα φαίνονταν μεγάλα πλοία ιστιοφόρα. Τον απόφευγαν από την πολυτελή όψη του κι από το στολισμένο του πρόσωπο. Το πρόσωπό του το στόλιζαν ακριβές εκφράσεις. Αλλά κι εκείνος αισθανόταν ένα σφίξιμο από μιαν επίγνωση ανανδρίας. Αυτή η πόλη είχε μονάχα έναν δρόμο. Πλατύς κι ανώμαλος με κόκκινο χώμα αναστατωμένο από άγρια άροτρα. Αλλά κι από γυμνά πόδια και παλάμες ανθρώπων. Οδηγούσε από χαμηλούς λόφους και βαθιές χαράδρες σαν γιγάντιες τσεκουριές. Τα σπάνια χτίσματα που διασώθηκαν ήταν ογκώδη κι όλα χτισμένα με παλιά κόκκινα τούβλα. Έρημοι πελώριοι φούρνοι ή μύλοι. Σαν εγκαταλειμμένα νοσοκομεία εξανθηματικών ανθρώπων. Οι στέγες τους φολιδωτές και σαν ψημένες από τον ήλιο ράχες χερσαίων ψαριών. Περιφερόταν κι εκπληρούσε ένα είδος απογραφής. Θα γίνει πόλεμος φώναξε μια γυναίκα και τον κοίταξε με κακία. Μετά μιαν απογραφή γίνεται πάντα πόλεμος είπε η γυναίκα. Ύστερα σώπασε και τον κοίταξε με μια φοβερή κακία. Ξαφνικά άνοιξε δίπλα του ένα παράθυρο. Πολύ κοντά και σχεδόν τον άγγιξε καθώς άνοιγε σαν δίφυλλη μεγάλη θύρα με μικρά τετράγωνα τζάμια άνοιξε αργά. Φάνηκαν δυο μικρά παιδιά. Το μεγάλο προστάτευε το μικρό που είχε πολύ πυρετό. Είχαν μείνει μοναχά. Το άρρωστο παιδί φορούσε ένα φαρδύ κι ροζ τσίτι. Αλλά καλοσιδερωμένο και καθαρότατο.

ΜΙΑ ΠΝΟΗ ΜΑΝΑΣ ΤΟΝ ΤΥΛΙΞΕ ΚΙ ΕΝΙΩΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ:
Το άρρωστο είχε διπλωμένο το ένα του χέρι. Από καιρό κλεισμένος ο αγκώνας κι εκείνο το χέρι κολλημένο στο πλευρό αγκυλώθηκε. Με βία αυτός το ανοίγει και το παιδί έκρωξε. Στο μέσα του αγκώνα ήταν κρυμμένο ένα κουβαράκι από μαλλιά ανθρώπου. Φυλαχτό του αγκώνα το κρατούσε συνέχεια το παιδί και έπαθε το χέρι του. Αλλά τραντάχθηκε από το τέντωμα και τρέμει. Μ’ έναν αδύναμο λόξυγκα σαν παραπόνεμα ξεψύχησε. Τότε το μεγαλύτερο είπε με λύπη το είχε βάλει η μάνα του γιατί είναι θαυματουργό και πριν πέντε χρόνια βλοημένο. Γιατί είχε μιαν αρρώστια που τη λεν επιλαθού. Το έπιανε και τίναζε το χεράκι του κι ύστερα σταματούσε. Τότε η μάνα του του τόβαλε να το κρατά συνέχεια εκεί ώσπου να του περάσει και έδενε το χέρι του μη πέσει αλλά μετά που χάθηκε η μάνα του από μόνο του το έσφιγγε πιο πολύ και το κρατούσε πιο πολύ.

Μπαίνει στο σπίτι. Μάντευες πέρα πολλά δωμάτια ευρύχωρα και ψηλοτάβανα και παντού υπήρχε κόσμος πολύς. Σιωπηλά συνωστίζονταν στις κώχες και σε κρυφά μεσοπατώματα. Πίσω από σκοτεινές σκάλες κούρνιαζαν οικογένειες προσφύγων. Κάτω από τα παράθυρα σέρνονταν και άπλωναν τα χέρια προς το φως των παραθύρων. Εκεί ήταν ένα δούλος. Ανήκε σε παλιό έθνος δούλων από την Κύζικο. Δεν είχαν όνομα ούτε οικογένεια και ζούσαν από πάντα δίπλα στις οικογένειες των προσφύγων. Συνέχεια να παίρνονται δεν έμαθαν να μιλά και δεν καταλάβαιναν το λόγο των ανθρώπων παρά μονάχα με τις κινήσεις των χεριών και με νεύματα καταλάβαιναν. Αυτός ο άνθρωπος κληρονόμησε τους άλαλους δούλους.  Αγορασμένος έστεκε σε μια γωνιά. Ακίνητος κι όλη του τη ζωή να πιάνει λιγότερο τόπο. Με δεξιοτεχνία μίκραινε ο ίδιος το κορμί του. Μ’ ένα κοφτήρι αμβλύ σαν φαλτσέτα αλλά με κόψη αδρή. Αφαιρούσε μικρά κομμάτια από το σώμα του να γίνεται όλο μικρότερο. Δίδασκε στο σώμα του μια νέα λειτουργία την κοπή. Με μια υπομονή σαν σοφία δεν έκαμνε πληγή κι ούτε έτρεχε αίμα και σαν μια στάμνα στρογγύλευε και μίκραινε το ακούμπημα του στη γη. Εκεί περίμενε μια γυναίκα. Του είπε πως είναι πολύ άρρωστη. Πρόσεξε πως ήταν εξαιρετικά χαμηλή και τότε πρόσεξε πως είχε μονάχα κεφάλι. Το κεφάλι εκείνο κουνιόταν ακατάπαυστα καταγής μπροστά στα πόδια του. Επάνω σ’ ένα αδειανό απλωμένο φόρεμα μπλε με μικρά κίτρινα λουλούδια. Σαν να είχε λιώσει ολόκληρη κι είχε εξαφανιστεί και μονάχα το κεφάλι της απόμεινε ζωηρότατο κι εκείνο το χτυπητό της ρούχο. Τα μάτια της κίτρινα και οι κόρες στενές σαν καρφίτσες.

Τον κοίταξε από καταγής με λαχτάρα και φώναξε βοηθήστε με και κάντε με καλά. Της είπε με χαμηλή φωνή δεν μπορώ τώρα είπε με μεγάλη αγωνία αύριο. Σαν να παρακαλούσε την κοίταζε ταραγμένος και ικέτευε αύριο. Η γυναίκα φώναζε με μιαν υπερβολική ευγνωμοσύνη να την ακούσουν όλοι είστε ο ευεργέτης μου. Το είπα σε όλους ότι εσείς θα με σώσετε. Θα έρθω αύριο και σας ευχαριστώ. Δεν έχω άλλον στον κόσμο. Το κεφάλι εκείνο είχε μιαν αξιοπρέπεια. Σαν ζωγραφιστή στο πάτωμα ασώματη γυναίκα σάλευε καταγής και το αδειανό της ρούχο τρανταζόταν άδειο κι έμοιαζε να κυματίζει από χαρά κι ελπίδα. Σ’ έναν μακρύ πάγκο ήταν δυο γυναίκες. Η μια μακριά από την άλλη. Η μία καθιστή ήταν νέα και τεντωμένη τον κοίταζε αμίλητη. Είχε πεταχτά μήλα χλωμά με μικρές στιχτές ακίνητες αιμορραγίες.

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΡΧΟΜΟΥ. Προς το τέλος γίνεται αθώος ο νους
Ο Μάρτιος και ο αδένας του μελιού. Ο φύλακας και τα άγνωστα ερείπια του ουρανού που τα λέμε άστρα. Το δένδρο ελιά και το βράδυ του θανάτου. Η καρδιά που παραμονεύει πάντα ακίνητη να είναι με τα σφαγμένα ζώα της νύχτας. Το λευκό πρωί να είναι ήσυχα ζευγμένο στον άγριο πόλεμο. Η σιωπή να πάει με το βουλιαγμένο μέτωπο του αλόγου και η σιωπή. Με τη μεγάλη καμπάνα που έπεσε στη γη κι εκεί κοιμάται ο επιληπτικός Δικαίος. Η έχιδνα κι ο χορευτής ο κόκκινος και ο νεκρός η χαρισμένη και η μελανή. Αφού τα κανονίσει όλα αυτή η ειρήνη που μανιακά συναρμολογεί.
Ανεπαίσθητα ελευθερώνονται κάτι μορφές. Ακίνητες και καθαρές με μιαν αχνισμένη λαμπρότητα. Σαν καθαρισμένες με μιαν αχνισμένη λαμπρότητα. Σαν καθαρισμένες με σκληρή δουλειά τρίβοντας. Τώρα οι μορφές είναι επιφάνειες πολύ μεγάλες έφραζαν το νου. Δεν ξέρουν από ονόματα δεν πρόλαβαν την ομιλία. Λιγοστές μία ή δύο σα να χερσεύουν όλη τη γη. Θεόρατες άγιες των ποιημάτων στέκονται πελεκημένες και βουβές με μιαν ασάλευτη μανία. Οστά από μεγάλες αισθήσεις που ξαφνικά τις ξέθαψε μία βροχή. Παρουσιάζονται έξαφνα οι μορφές και κυριεύουν το νου. Αδυνατισμένον από το έργο εκείνης της ειρήνης και τώρα με τις μεγάλες όψεις των θέλουν με τη βία να τον αντιπροσωπεύουν. Η θέα τους είναι αυστηρή γιατί κέρδισαν με αίμα τη σιωπή τους και δικαιώθηκαν μ’ έναν τρόπο απόκρημνο. Οι μορφές που εκατέλαβαν το νου του κήρυκα είναι δύο. Η μορφή ότι έρχεται προς τους ανθρώπους. Και η μορφή ότι εστεκόταν αντίκρυ από τους ανθρώπους. Τίποτε άλλο δεν σημαίναν αυτές οι δύο μορφές. Αναίσθητες κι ανίδεες εσφετερίστηκαν όλη του τη ζωή…

ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΠΟΥ ΘΑ ΟΝΟΜΑΣΤΕΙ, ΤΟΤΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΕΝΩΜΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Διαλύθηκαν οι κατηγορίες των ανθρώπων. Ορύχθηκε ο κόσμος. Οι ουσίες θα γίνουν ανεξάρτητες. Τότε θα απομονωθεί η ουσία των ανθρώπων και θα δέσει. Άταχτα θα ενωθούν τα σώματα και θα σχηματιστεί ένα ακανόνιστος σβώλος. Στην αρχή η ένωση θα είναι ατελής. Έμειναν άνθρωποι να ακολουθούν τους ενωμένους. Όπως στα παλιά χρόνια οι εμβρόντητες οικογένειες των πολεμιστών ακολουθούσαν τον πόλεμο όπου επήγαινε. Άνθρωποι ξεμοναχιασμένοι θα ακολουθούν το δύσκολο κι αργό κύλισμα του όγκου των σωμάτων. Τότε θα δεις έναν άνθρωπο να ακολουθεί τον άλλον ενωμένο. Του καθαρίζει το πρόσωπο κι ο άλλος να φωνάζει το πρόσωπό του να γίνεται ένα λέπι κι αυτό το στόμα του ανθρώπου που έβγαζε στην θάλασσα….

ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ: ένας λαός εφάνηκε σαν τους Δωριείς. Τελευταίο έθνος ανθρώπων πέρασε τον ορίζοντα και παρουσιάστηκε. Είναι χτίστες από την Ξάνθη. Νύχτες που κράτησαν όσο γενιές αφουγκράζονταν τους σεισμούς κι ελάτρεψαν την τέχνη των σπιτιών. Από πανάρχαια παράδοση οικογένειες από σπουδαίους τεχνίτες. Νομάδες που ποτέ δεν κατοικούν κι όλο φεύγουν. Εκεί όπου τους καλούν κι από φήμες έμαθαν να τους καλούν να χτίσουν κι ακριβοπληρώνοναι. Η χώρα αυτή ρημάχτηκε και κάλεσαν τους χτίστες για να ξαναχτιστεί. Οι χτίστες έφτασαν εδώ κι είναι ειδοποιημένοι. Άκουσαν κι δέχθηκαν παραγγελίες. Συμφώνησαν για ένα χτίσιμο και ήρθαν. Μέρες και νύχτες δούλευαν κι όλες μαζί οι οικογένειες των χτιστών να κουβαλούν με βιασύνη. Όσοι πεθαίναν πάνω στη δουλειά τους έθαβαν μακριά κι εκείνα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ τα θανατώσαν. Έφευγαν για τις μακρινές κηδείες και πάλι εξανάρχονταν το βράδυ και δουλεύαν. Έτσι εστήθηκαν παντού μεγάλα οικοδομήματα με σκαλιστές προσόψεις και κάμαρες απανωτές σα να γεννούσε η μια την άλλη για πολλά σόγια ανθρώπων και θόλοι από κρύσταλλο. Τώρα οι χτίστες τέλειωσαν και γιόρτασαν ανάβοντας φωτιές. Χόρεψαν πάνω στα κάρβουνα και μούγκρισαν κι έκλαιγαν. Φύγαν και χάθηκαν. Άδεια τα θεόρατα σπίτια κι ένας αέρας από κρύον ήλιο σφαλά τα μεγάλα παράθυρα και πάλι τα ξανάνοιγε. Οι θόλοι με τριγμούς να συγκρατούν το φως. Μη χυθεί μέσα και περιχύσει και μια βαριά αναπνοή από το σκαμμένο χώμα.  Ορθάνοιχτα κι αδειανά εκείνα τα σπίτια στέκονται τώρα αδειανά και μονάχα η ηχώ των τραγουδιών της Θράκης… Πόσος καιρός επέρασε από το νερό; Ήσυχα ρώτησε ο κήρυκας. Έγειρε κι εκοιμήθη  [Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το βιβλίο ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ 1979]